Κυριακή, 13 Αυγούστου 2017

Οι άγνωστοι Έλληνες και Σκυθες κάτοικοι της Κίνας και ο πολιτισμός των ευρωπαϊκών πληθυσμών εκεί (Μέρος Β')

Από τα ιστορικά στοιχεία προκύπτει το συμπέρασμα ότι η ελληνική παρουσία στη Βακτριανή εξακολούθησε να είναι σημαντική, ιδίως σε οικονομικό και πολιτιστικό επίπεδο, και να ασκεί επίδραση στους (Ιρανούς) νέους κυρίαρχους της περιοχής. Η αφομοίωση του ελληνικού στοιχείο από τους ιρανικούς πληθυσμούς της Κεντρικής Ασίας πρέπει να ήταν εξαιρετικά αργή διαδικασία, η ολοκλήρωση της οποίας πρέπει να χρειάσθηκε μερικούς αιώνες. Όπως είναι λογικό, οι ελληνικοί πληθυσμοί των περιοχών αυτών πρέπει να αφομοιώθηκαν σταδιακά είτε από τους γηγενείς Ινδούς, της ανώτερης κάστας των πολεμιστών, είτε από τους ιρανόφωνους νομάδες που εγκαταστάθηκαν στην Ινδία. Τί απομένει από τη συναρπαστική περιπέτεια των Ελλήνων στην Κεντρική Ασία και στην Ινδία που μόνο σε αδρές γραμμές γνωρίζουμε; Σίγουρα η ανάμνηση ενός ένδοξου παρελθόντος κατακτήσεων, ανάπτυξης του εμπορίου, μεταφύτευσης της ελληνικής πολιτικής και κοινωνικής οργάνωσης και του ελληνικού πολιτισμού σε περιοχές τόσο απομακρυσμένες από τον χώρο της Μεσογείου. Μια απίστευτα ενδιαφέρουσα ιστορία πολιτιστικής διάδρασης μεταξύ ελληνικών, ιρανικών και ινδικών πληθυσμών για την οποία θα επιθυμούσαμε να μάθουμε πολύ περισσότερα από όσα μας επιτρέπουν οι πηγές που έχουμε στη διάθεσή μας. Ο εκλεκτισμός των μορφών τέχνης που γεννήθηκαν χάρη στη συνάντηση αυτή. Ο θρησκευτικός και φιλοσοφικός συγκρητισμός που έφερε ίσως κοντά τη διδασκαλία του Βούδα με αυτήν του Δημόκριτου. Και φυσικά η ελπίδα ότι η αρχαιολογική έρευνα στις περιοχές αυτές, παρά τις αντικειμενικές δυσκολίες, ενδέχεται να προσφέρει κάποια στιγμή ευρήματα ικανά να φωτίσουν καλύτερα την κοινωνική οργάνωση και τον τρόπο σκέψης μιας μοναδικής ιστορικής περιόδου.
Η Αυτοκρατορία των Εφθαλιτών Λευκών Ούννων, ήταν μια συνομοσπονδία φυλών  της Κεντρικής Ασίας στα μέσα της 1ης χιλιετίας μ.Χ. Η αυτοκρατορία στο απόγειο της δύναμής της στο πρώτο μισό του 6ου αιώνα μ.Χ., κάλυπτε περιοχές του Αφγανιστάν, Τουρκμενιστάν, Ουζμπεκιστάν, Τατζικιστάν, Κιργιστάν, Πακιστάν, Ινδίας και Κίνας. Προπύργιο των Εφθαλιτών ήταν το Τοχαριστάν (αρχαία Βακτρία ) στις βόρειες πλαγιές του Ινδοκού.  Οι Εφθαλίτες νίκησαν επανειλημμένα την Αυτοκρατορία των Σασσανιδών Περσών, την πιο ισχυρή αυτοκρατορία της περιόδου στην Κεντρική Ασία, κάνοντάς την μάλιστα υποτελή τους για ένα μικρό χρονικό διάστημα. Είναι πιθανόν ότι μιλούσαν μια ανατολική ιρανική γλώσσα. Σύμφωνα με τους περισσότερους ειδικούς, η γλώσσα που μιλούσαν οι Εφθαλίτες ήταν μια ανατολική ιρανική γλώσσα, αλλά διαφορετική από τη βακτριανή γλώσσα γραμμένη στο ελληνικό αλφάβητο που χρησιμοποιείτο ως επίσημη γλώσσα τους και χαρασσόταν σε νομίσματα, όπως γινόταν υπό την προηγηθείσα Αυτοκρατορία των Κουσάν. Ο Βυζαντινός ιστορικός του 6ου αιώνα μ.Χ., Προκόπιος ο Καισαρεύς, συσχέτιζε τους Εφθαλίτες με τους Ούννους της Ευρώπης, αναφέροντας σχετικά: Οι Εφθαλίτες Ούννοι, που καλούνται Λευκοί Ούννοι [...] Οι Εφθαλίτες προέρχονται στην πραγματικότητα από τη φυλή των Ούννων όπως η ονομασία τους, παρόλα αυτά δεν αναμειγνύονται με κανέναν από τους γνωστούς σε εμάς Ούννους, διότι κατέχουν μια επικράτεια που δεν γειτονεύει ούτε καν βρίσκεται πολύ κοντά σε αυτούς· αλλά η επικράτειά τους βρίσκεται ακριβώς στα βόρεια της Περσίας [...] Δεν είναι νομάδες όπως οι υπόλοιποι ουννικοί λαοί, αλλά για μακρά περίοδο είναι εγκατεστημένοι σε μια αρκετά μεγάλη γη... Είναι οι μόνοι μεταξύ των Ούννων που έχουν λευκά σώματα και πρόσωπα που δεν είναι άσχημα. Είναι επίσης αλήθεια ότι ο τρόπος ζωής τους είναι διαφορετικός από εκείνον των συγγενών τους, ούτε ζουν μια άγρια ζωή όπως εκείνοι· αλλά κυβερνώνται από ένα βασιλιά, και καθώς κατέχουν ένα έννομο πολίτευμα, τηρούν το δίκαιο και τη νομιμότητα στις συναλλαγές τους τόσο μεταξύ τους όσο και με τους γείτονές τους, σε καθόλου μικρότερο βαθμό από εκείνον των Ρωμαίων και των Περσών. Τον 4ο αι. μ.Χ. οι Κινέζοι άρχισαν να κάνουν προσκυνήματα στην Ινδία, την πατρίδα του Βούδα. Οι ανταλλαγές αυτές σταμάτησαν με την έλευση του Ισλάμ στην περιοχή της Κεντρικής Ασίας τον 7ο αι. μ.Χ. με τον εξισλαμισμό των Περσών από τους Άραβες, οπότε πλέον όλη η περσική αυτοκρατορία έγινε μουσουλμανική. Το Ισλάμ επεκτάθηκε στην περιοχή των τοχαρικών βασιλείων με τους Ουιγούρους Τούρκους να προσηλυτίζονται όπως και άλλες συγγενείς τουρκικές φυλές. Ο Βουδισμός στην περιοχή των τοχαρικών βασιλείων θα ψυχορραγούσε για 3 αιώνες περίπου ακόμη και θα έσβηνε οριστικά με την οριστική επικράτηση των Μουσουλμάνων Τούρκων. Ο δρόμος του μεταξιού περνούσε από τα τοχαρικά βασίλεια, ήταν αυτός που τους έδωσε πλούτο αλλά και ουσιαστικά αυτός που συντέλεσε στην εξαφάνισή των Τόχαρων. Λόγω του εμπορίου και του πλούτου που αυτό απέφερε στα τοχαρικά βασίλεια πολλοί λαοί ενδιαφέρθηκαν για την περιοχή. Με την τοχαρική αυτοκρατορία του Κουσάν, η βόρεια Ινδία ενώθηκε με τη Κεντρική Ασία και την κοιλάδα του Ταρίμ. Οι Τούρκοι εισβολείς, ενδεείς, όπως ήταν στην πατρίδα τους, στις όχθες του Ορχόν ποταμού της Μογγολίας, όπου ζούσαν νομαδική ζωή, και ιδιαιτέρως μετά την κατασκευή του Σινικού τείχους που τους απέτρεπε από το να λεηλατούν κινεζικές περιοχές στράφηκαν προς τη Δύση και άρχισαν να επεδράμουν στα τοχαρικά βασίλεια, με σκοπό το εύκολο κέρδος  από τα πλούτη που άκουγαν ότι υπήρχαν κατά μήκος του δρόμου του μεταξιού στα βασίλεια της Δύσης. Η θέση των γυναικών επιδεινώθηκε δραματικά με την είσοδο των ασιατικών φυλών στην περιοχή και την υποτέλεια ή υποδούλωση των Τοχαρων σε αυτούς. Οι Τόχαρες αλλά και οι Σογδιανές γυναίκες, επειδή ήταν Ευρωπαίες ήταν περιζήτητες από τους Τούρκους και τους Κινέζους. Το εμπόριο λευκής σαρκός με θύματα τις ευρωπαίες γυναίκες, ανθούσε στην περιοχή ιδίως μετά την απώλεια της εθνικής κυριαρχίας των Τόχαρων. Υπήρχαν παζάρια όπου πωλούνταν Ευρωπαίες γυναίκες από την εποχή αυτή και έπειτα, τόσο στο Τζούσι και στο Κιούτσι όσο και στο Γιουτίαν. Έχει ανευρεθεί συμφωνητικό πώλησης ενός Σογδιανού κοριτσιού σε έναν Κινέζο το έτος 639 μ.Χ.. Τουλάχιστον 21 γάμοι έχουν βρεθεί καταγεγραμμένοι ανάμεσα σε Ευρωπαίες Σογδιανές, συνήθως μικρής ηλικίας, οι οποίες πωλούνταν για αυτό το σκοπό σε Κινέζους και Τούρκους άνδρες. Το 731μ.Χ. ένα Σογδιανό κορίτσι 11 χρονών πουλήθηκε για 40 τόπια μετάξι σε έναν Κινέζο. 5 άντρες δήλωσαν ως μάρτυρες στο συμβόλαιο  ότι δεν ήταν ελεύθερο πρόσωπο αλλά ήδη σκλάβα, καθώς απαγορευόταν η πώληση ελεύθερων προσώπων στα τοχαρικά βασίλεια. Στα τοχαρικά βασίλεια ο Χριστιανισμός σταμάτησε ολοσχερώς να υφίσταται με την έλευση του Ισλάμ, ενώ το 840 μ.Χ. υπέστη διωγμό στη Κίνα και σιγά σιγά έσβησε. Κατά τη διάρκεια του διωγμού του 840 μ.Χ. οι χριστιανοί μοναχοί και μοναχές υποχρεώθηκαν να ζήσουν κοσμική ζωή και η περιουσία των μοναστηριών δημεύθηκε. Οι ιεραπόστολοι που ήταν αλλοδαποί όπως Πέρσες ή Ασσύριοι απελάθηκαν ή διώχθηκαν. Τα ιερά κείμενα κάηκαν. Στα κινεζικά είχαν μεταφραστεί η Γένεση, οι Ψαλμοί, οι Πράξεις των Αποστόλων, οι Επιστολές του Αποστόλου Παύλου, τα Ευαγγέλια. Το 986 μ.Χ. ένας μοναχός έγραφε στον Ασσύριο Πατριάρχη: «Δεν υπάρχει πια ούτε ένας χριστιανός στη Κίνα». Το τελευταίο μνημείο του χριστιανισμού στη Κίνα χρονολογείται γύρω στο 1365 μ.Χ. Με την επέκταση των Μουσουλμάνων Τούρκων στην Κεντρική Ασία τον 10 αι. μ.Χ., οι Τόχαροι εξαφανίστηκαν από το χάρτη, ενώ η ασφάλεια για τα καραβάνια στο δρόμο του μεταξιού έπαυσε να υφίσταται και ο βουδισμός των Τοχαρων εξαλείφθηκε από την περιοχή. Οι τόποι βουδιστικής και χριστιανικής λατρείας έχουν συληθεί, οι τοιχογραφίες των μοναστηριών στις οποίες απεικονίζονται ψηλόσωμοι άντρες με ξανθά και κόκκινα μαλλιά, Τόχαροι στη καταγωγή, έχουν καταστραφεί καθώς τα πρόσωπα είναι χαραγμένα από τους μουσουλμάνους Τούρκους εισβολείς της περιοχής, καθώς με βάση το Κοράνι και την ισλαμική παράδοση οποιαδήποτε απεικόνιση του θείου είναι βλάσφημη. Στο Ντιβανου Λουγκχάτ ατ Τουρκ, ο Τούρκος συγγραφέας του 11ου αι. μ.Χ. Μαχμουντ αλ Κασγκάρι, αναφέρει:  «Σαν ορμητικά ποτάμια, πλημμυρήσαμε τις πόλεις τους και πήραμε τα μοναστήρια τους και τους είπαμε να μην λατρεύουν τα αγάλματα του Βούδα». Σήμερα πλέον στο πρώην έδαφος των τοχαρικών βασιλείων κατοικούν οι Ουιγούροι Τούρκοι, μειγαδες απόγονοι αυτών που εισέβαλλαν στα τοχαρικά βασίλεια το 840 μ. Χ.. Ομιλούν την αλταϊκή μογγολική τουρκική γλώσσα και φέρουν τα μεικτά χαρακτηριστικά της μογγολικής και της λευκής ευρωπαϊκής φυλής. Η δε τοχαρική έχει εξαλειφθεί και οι Τόχαροι έχουν εξελιχθεί σε άλλες φυλές. Σύμφωνα με τον Μαίρ: «Από τις σχετικές αποδείξεις και τα ευρήματα της περιοχής, ανακαλύψαμε ότι κατά τη διάρκεια των πρώτων 1.000 χρόνων, μετά την εποχή της Ωραίας από το Λουλάν (1.800π.Χ.), οι μοναδικοί κάτοικοι της Κοιλάδας του Ταρίμ ήταν Ευρωπαίοι. Οι Ανατολικοί Ασιάτες (Μογγόλοι, Κινέζοι, Τούρκοι, Ούννοι) εμφανίστηκαν στις ανατολικές παρυφές της περιοχής, μόλις στις αρχές της πρώτης χιλιετίας μ. Χ.». Συγκρίνοντας το DNA των τοχαρικών μουμιών με αυτό των σύγχρονων Ουιγούρων Τούρκων, η ομάδα του Μαιρ δε βρήκε κανένα απευθείας γενετικό σύνδεσμο με τους Τόχαρους. Οι Äynu είναι μια εθνική ομάδα ιθαγενής στην περιοχή Xinjiang της δυτικής Κίνας. Ανήκουν στην λευκή ευρωπαϊκή φυλή και ομιλούν Ινδοευρωπαϊκη γλωσσα. Εκτιμάται ότι υπάρχουν περίπου 30.000 Aynu άτομα, που βρίσκονται κυρίως στα όρια της ερήμου Taklamakan. Η μητρική γλώσσα του λαού Äynu είναι ή Ainu, μια γλώσσα με έντονη επιρροή από την περσική. Τα Ινδοευρωπαϊκα Äynu συνήθως ομιλούνται μόνο στο σπίτι, ενώ τα τουρκικά Uyghur ομιλούνται δημόσια, από τους άντρες και τις γυναίκες Ainu. Οι άνθρωποι της λευκής φυλής των Äynu ασχολούνται κυρίως με τη γεωργία, αν και στο παρελθόν μερικοί ήταν έμποροι. Υπάρχει μια παράδοση διακρίσεων εις βάρος του Aynu από τους Τούρκους γείτονές τους, οι οποίοι προσδιορίζουν τους Äynu ως Abdal, ένα όνομα που φέρει μια αρνητική έννοια. Οι γάμοι με τους γείτονές τους, τους Τούρκους Ουιγούρους είναι ασυνήθιστοι. Ωστόσο, η κινεζική κυβέρνηση μετράει τους ανθρώπους Ainu ως Ουιγούρ. Η κυρίαρχη θρησκεία των ανθρώπων του Αϊνού είναι το Ισλάμ των Σιιτων, το οποίο είναι πολύ διαφορετικό από τους Ουιγούρους των οποίων η θρησκεία είναι το σουνίτικο Ισλάμ. Οι άνδρες των Ainu υφίστανται σκληρές διακρίσεις από τους γείτονές τους τους Τούρκους Uyghur. Η Δημοκρατία του Τατζικιστάν είναι κράτος στην Κεντρική Ασία. Συνορεύει με το Αφγανιστάν, την Κίνα, το Κιργιστάν και το Ουζμπεκιστάν. Το Τατζικιστάν ήταν μέρος της Σοβιετικής Ένωσης από το 1917 έως το 1991. Το Τατζικιστάν είναι περιοχή κυρίως ορεινή κι οι κορυφές της είναι από τις ψηλότερες ολόκληρης της περιοχής. Οι κάτοικοι λέγονται Ταζίκ (Τατζίκοι), είναι ιρανική φυλή και έχουν θρήσκευμα το Ισλάμ και αποτελούν το 60% του πληθυσμού. Έχει πληθυσμό 8.742.000 κατοίκους, σύμφωνα με επίσημες εκτιμήσεις του 2017. Το κλίμα είναι ηπειρωτικό, οι βροχές ελάχιστες και οι θερμοκρασίες κυμαίνονται από +45 °C έως -63 °C. Το Τατζικιστάν είναι προεδρική δημοκρατία που αποτελείται από τέσσερις περιφέρειες. Οι κάτοικοι ομιλούν τη Τατζίκ γλώσσα, μια διάλεκτο των Περσικών. Πολλοί Τατζίκοι μιλάνε τα ρώσικα ως δεύτερη γλώσσα. Η χώρα είναι από τις ελάχιστες στην Κεντρική Ασία στην οποία επιτρέπεται και η ενεργός αντιπολίτευση στην κυβέρνηση. Δικαίωμα ψήφου στις εκλογές έχουν όσες και όσοι είναι ηλικίας 18 ετών και άνω. Η Τατζίκ γλώσσα διατηρεί πολυάριθμα αρχαϊκά στοιχεία στο λεξιλόγιό της, την προφορά και τη γραμματική , που έχουν χαθεί στον περσόφωνο κόσμο, εν μέρει εξαιτίας της απομόνωσής της στα βουνά της κεντρικής Ασίας. Οι Τατζικοι ανήκουν φυλετικά και ανθρωπολογικά στην λευκή ευρωπαϊκή φυλή. Μοιάζει με παραμύθι, ένα από αυτά που διηγούνται οι ίδιοι οι Ισκανταρί Παμίρσκι, στα υψίπεδα του Τατζικιστάν. Αλλά αποτελεί πραγματικότητα. Εκεί στα βάθη της Ανατολής, στο ορεινό και δυσπρόσιτο Παμίρ, υπάρχουν ολόκληρα χωριά με απογόνους στρατιωτών του Μέγα Αλέξανδρου. Ανθρώπους περήφανους για την ελληνική καταγωγή τους και με άσβεστη τη μνήμη -ύστερα από 20 και πλέον αιώνες- της προσωπικότητας του Μακεδόνα στρατηλάτη. Την ανακάλυψη αυτών των παντελώς άγνωστων χωριών έκανε ο ιστορικός ερευνητής και σκηνοθέτης Δημήτρης Μανωλεσάκης, πριν από λίγους μόλις μήνες. Μαζί του θα «ταξιδέψουμε» στο άγριο Παμίρ για να «γνωρίσουμε» τους μακρινούς... συμπατριώτες μας. Τα οροπέδια του Παμίρ είναι πράγματι από τις πιο υψηλές «βεράντες» του κόσμου. Αλλά και τις πιο αποκομμένες από αυτόν. Τις πιο απόρθητες. Αυτά τα σιωπηλά κακοτράχαλα βουνά της κεντρικής Ασίας δεν έχουν γνωρίσει ποτέ εισβολέα. Μόνο ένας πέρασε από εκεί, πριν από 2.333 χρόνια, και μολονότι τους κατέκτησε, αυτοί τον λάτρεψαν, γιατί δεν τους πάτησε παρά μόνο τους παρέσυρε σε έναν αστείρευτο ενθουσιασμό για τη ζωή και τη μάθηση. Επειτα, άφησε σε αυτούς τα «φώτα» και κάποιους από τους στρατιώτες του (ζωντανή απόδειξη οι απόγονοί τους, που ζουν ακόμη εδώ) και συνέχισε τη μεγάλη πορεία του. Εκτοτε, εκείνοι θαρρείς και εισήλθαν σε μια ζώνη του απολύτου, όπου τίποτα δεν προκαλεί φθορά στις παραδόσεις, όπου η πίστη μένει δροσερή και αθώα, σαν μόλις να ανάβλυσε. Οπου οι ψυχές δεν γερνάνε, ελλείψει αμφιβολιών. Δεν είναι εύκολο ένας κατακτητής να λατρευτεί, πόσο μάλλον να θεοποιηθεί και ως θεός να παραμείνει «ζωντανός» για 20 αιώνες. Αυτό το κατάφερε ο Αλέξανδρος. O Ισκαντάρ, γι' αυτούς. Από εκείνον πήραν και το όνομά τους: Ισκανταρί Παμίρσκι. Αλεξανδρινοί του Παμίρ. Και όμως. Μόλις πριν από λίγους μήνες ουδείς, μα ουδείς γνώριζε την παρουσία τους. Την ανακάλυψή τους έκανε το περασμένο φθινόπωρο ο Ελληνας ιστορικός ερευνητής και σκηνοθέτης Δημήτρης Μανωλεσάκης ύστερα από επίμονη και επίπονη εξερεύνηση στις οροσειρές του Παμίρ (στο Ουζμπεκιστάν, Τατζικιστάν και τα σύνορά του με Αφγανιστάν, Κίνα και Κιργισία), δηλαδή στην αρχαία Σογδιανή και Βακτριανή, όπου, κατά τον Μάρκο Πόλο ζούσαν απόγονοι των στρατιωτών του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Κι όπως απεδείχθη, συνεχίζουν να ζουν. Πέντε τέτοια ελληνικά χωριά ανακάλυψε ο Δ. Μανωλεσάκης (υπάρχουν κι άλλα στην περιοχή, αλλά δεν ήταν δυνατή η πρόσβαση, χρειαζόταν πολυήμερη οδοιπορία). Πέντε χωριά σε υψόμετρο μεταξύ 3.000 και 4.000 μ. σε διαφορετικά οροπέδια των οροσειρών του Παμίρ. Τα πέντε χωριά που εντόπισε ο Δ. Μανωλεσάκης βρίσκονται σε διαφορετικά σημεία του Παμίρ και αγνοούν την ύπαρξη των υπολοίπων χωριών. Ακούν σε τρεις ονομασίες, ανάλογα με τις περιοχές όπου ζουν. Ισκανταρί Παμίρσκι (Αλεξανδρινοί του Παμίρ), Ισκανταρί Κούλι (Αλεξανδρινοί της Λίμνης) και Καλάσι Παμίρσκι (Καλάς του Παμίρ). Αυτοί οι τελευταίοι, προέρχονται από τους Καλάς των Ιμαλαΐων του Πακιστάν. Προφανώς, κάποιοι από αυτούς εκδιώχθηκαν από το οροπέδιο του Τσιτράλ και κατέφυγαν στο Παμίρ. Οπως και οι Καλάς των Ιμαλαΐων, έτσι και οι Καλάς του Παμίρ διατηρούν αρχαιοελληνικά έθιμα τα οποία αναβιώνουν σε μυστικές τοποθεσίες. Οι απόγονοι Ελλήνων του Παμίρ μιλούν μια γλώσσα η οποία είναι μίξη περσικών, ουζμπεκικών, τατζικικών, ταρταρικών, αφγανικών και αρχαιοελληνικών λέξεων και ριζών.
http://www.kathimerini.gr/157572/article/epikairothta/ellada/oi-3exasmenoi-ellhnes-toy-pamir
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Τατζικιστάν
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Τατζίκ_γλώσσα
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Äynu_people
http://stopsachno1.blogspot.gr
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Αυτοκρατορία_των_Εφθαλιτών
https://rogerios.wordpress.com/tag/κουσάν/



Οι άγνωστοι Έλληνες και Σκυθες κάτοικοι της Κίνας και ο πολιτισμός των ευρωπαϊκών πληθυσμών εκεί (Μέρος Α')

Τα «Διονυσιακά» ή « Διονυσιακών βιβλία μη΄ » (μη΄= 48) είναι ελληνικό επικό ποίημα του Νόννου του Πανοπολίτη . Αποτελείται από 21.419 στίχους σε 48 βιβλία. Περιγράφει την ζωή και τον θρίαμβο του θεού Διονύσου, και κυρίως την εκστρατεία του στην Εγγύς Ανατολή και στις Ινδίες. Οι σκηνές που περιγράφονται εκτυλίσσονται σε όλα τα τότε γνωστά μέρη της Γης. Ο Δίας διατάζει τον Διόνυσο να κάνει εκστρατεία κατά των Ινδών για να συμπεριληφθεί στον Όλυμπο. Η Ρέα στέλνει τον Κορύβαντα Πυρρίχιο να επιστρατεύσει πολεμιστές. Ακολουθεί αναλυτική αναφορά των λαών, με την πατρίδα τους και τον αρχηγό τους. Η Ρέα επιστρατεύει και θεούς για να πολεμήσουν στο πλευρό του Διονύσου. Η Ήρα όμως θα πάει με το μέρος των Ινδών. Ακολουθεί αναλυτική αναφορά των στρατευμάτων και των οπλισμών τους. Στην όχθη του ποταμού Αστακού γίνεται μάχη, κατά την οποία ο Διόνυσος μετατρέπει τα ύδατα του ποταμού σε κρασί, μεθώντας και εξουδετερώνοντας με αυτό τον τρόπο τους αντιπάλους του. Μαρτυρίες για την ύπαρξη των «Τόχαρων» υπήρχαν στην αρχαιότητα, εξ αιτίας όμως της μεγάλης αποστάσεώς τους από την Ευρώπη, δεν δόθηκε ιδιαίτερη σημασία σε αυτές και θεωρήθηκαν μύθος ή φαντασία. Ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος αναφέρει μία περιγραφή για τους Σηρες, (τα έθνη της Βορειοδυτικής Κίνας από Έλληνες και Ρωμαίους) που έγινε στον Αυτοκράτορα Κλαύδιο από μία πρεσβεία από την Ταυροφάνη (Κεϋλάνη). Σύμφωνα με τα λεγόμενα των Κεϋλανών πρέσβεων, οι άνθρωποι στη Βορειοδυτική Κίνα ήταν πολύ ψηλοί, είχαν πυρόξανθα μαλλιά και γαλάζια μάτια. Αλλά και κινεζικές μαρτυρίες, που αναφέρονται στους κατοίκους της συγκεκριμένης περιοχής σε μία περίοδο ιστορικής καταγραφής 1.000 χρόνων, περιγράφουν ψηλούς σωματότυπους με μπλε ή πράσινα μάτια, μακριές μύτες, πολλά γένια και κόκκινα ή ξανθά μαλλιά. Οι Αρχαίοι Έλληνες ανέφεραν ως Τόχαρους, τους κατοίκους της Βακτριανής που κατέλυσαν τα ελληνιστικά βασίλεια της Ινδικής Χερσονήσου. Αυτοί ονομάζονταν από τους Έλληνες «Τόχαροι» και από τους Ινδο- Αρίους «Τουσάρα» και εισήλθαν, σύμφωνα με την αρχαία ιστοριογραφία, στη περιοχή της Βακτρίας από την κοιλάδα του Ταρίμ καταδιωκόμενοι από την επέλαση των Ούννων και κάποιων πρωτο-τουρκικών λαών στην περιοχή τους. Οι δε Τούρκοι της Μογγολίας αναφέρονταν στους κατοίκους της περιοχής του Ταρίμ, λέγοντας ότι αυτοί μιλάνε την «τόξρι» γλώσσα. Το εθνονύμιο «Τόχαροι», χρησιμοποιήθηκε πρώτη φορά από τον Μύλερ, το 1907 και μετέπειτα από τους επιστήμονες που αποκρυπτογράφησαν τα «τοχαρικά» κείμενα. Σήμερα αμφισβητείται αν οι Τόχαροι χρησιμοποιούσαν το εθνονύμιο αυτό για τον εαυτό τους. Ορισμένοι θεωρούν ότι οι Τόχαροι που ανέφεραν οι Αρχαίοι Έλληνες είναι κάποιο περσικό φύλο και όχι οι κάτοικοι της κοιλάδας του Ταρίμ οι οποίοι ονομάζονταν αλλιώς. Σύμφωνα με τον Μάλλορυ τον 6ο και 8ο αι. μ.Χ. οι Τόχαροι της περιοχής του  Κιούτσι,  αυτοαποκαλούνταν Κούζινε και οι δε κάτοικοι του Αγνιντέσα, Αάρσι (αργυροί ή λευκοί στη γλώσσα τους). Σύμφωνα δε με τον Ντάγκλας Ανταμς, οι Τόχαροι αυτοαποκαλούνταν Άκνι,(ακρίτες στη γλώσσα τους). Οι ταφές των Τόχαρων παρουσιάζουν εξαιρετικές ανθρωπολογικές και τελετουργικές ομοιότητες με τις κέλτικες ταφές, σε σημείο που αρκετοί ερευνητές θεωρούν τους Τόχαρους ως κελτικής καταγωγής. Τα ρούχα των Τόχαρων είναι τα ίδια με τα ευρωπαϊκά νεολιθικά ρούχα και φαίνεται ότι παρασκευάστηκαν με τις ίδιες μεθόδους υφαντουργίας. Τα τοχαρικά ταρτάν, ως στυλ, ανήκουν στην ευρύτερη περιοχή του Καυκάσου, της Μαύρης Θάλασσας και της Μικράς Ασίας. Ρούχα αντίστοιχης ύφανσης έχουν βρεθεί και στα σώματα των αλατωρύχων στην Αυστρία, γύρω στο 1.300 π.Χ.. Η δε διαγώνια ύφανση των υφασμάτων δείχνει ιδιαίτερα εξελιγμένο τρόπο ύφανσης, το μεν ύφασμα που βρέθηκε στις μούμιες είναι το πλέον ανατολικό  δείγμα αυτού του είδους της τεχνικής ύφανσης. Γενετικά, οι μούμιες, από την πλευρά της πατρικής γενεάς δηλ. του Υ χρωματοσώματος, ανήκουν στην υποομάδα R1a που συναντάται κυρίως σε σλαβικά και ιρανικά έθνη και κυρίως στην Ανατολική Ευρώπη. Οι Ασιάτες, όπως οι Κινέζοι έφθασαν στην περιοχή 2.000 χρόνια μετά τους Ευρωπαίους, ενώ  οι Ουιγούροι Τούρκοι έφθασαν στη περιοχή άλλα 1.842 χρόνια μετά, δηλ. το 842 μ.Χ. μετά την κατάρρευση του μογγολικού βασιλείου στις όχθες του Ορχόν ποταμού. Ο Μαιρ υποστηρίζει ότι οι Τόχαροι έφθασαν στην περιοχή από τα βουνά του Παμίρ, γύρω στα 5.000 χρόνια πριν από την εποχή μας δηλ. γύρω στο 3000 π.Χ. Επιπλέον, οι Μάλλορυ και Μαιρ θεωρούν ότι, δύο καυκασοειδείς δηλ. δύο ευρωπαϊκοί τύποι ανθρώπων συνυπήρξαν στην περιοχή: οι (δυτικοευρωπαίοι από πλευράς γλώσσας) Τόχαροι και οι (ανατολικοευρωπαίοι από πλευρά γλώσσας) Σάκες. Ύστερα από εξέταση 302 τοχαρικών κρανίων, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι, οι κοντινότεροι συγγενείς των Τοχάρων, από ανθρωπολογικής πλευράς, ήταν οι δημιουργοί του πολιτισμού του Αφανάσεβο, στα βόρεια του Ταρίμ και του πολιτισμού του Αντρόνοβο. Οι Μαλλορυ και Μαιρ προκρίνουν τον πολιτισμό του Αφανάσεβο (3.500-2.500 π.Χ.), ο οποίος είναι απευθείας ευρωπαϊκός, τόσο γενετικά όσο και πολιτισμικά, αλλά προηγείται χρονικά του ιρανικού Αντρόνοβο (2000π.Χ. -900 π.Χ.) και έτσι εξηγεί και την αποκοπή της τοχαρικής γλώσσας από τις υπόλοιπες δυτικοευρωπαϊκές γλώσσες, λόγω της μετέπειτα επέκτασης των ιρανικών ανατολικοευρωπαϊκών γλωσσών στην περιοχή. Κάτι εξίσου αξιοπερίεργο συνέβη όταν οι ερευνητές ξεκίνησαν να μελετούν την γλώσσα των κειμένων. Ανακάλυψαν ότι η τοχαρική παρουσιάζει την εξής ιδιομορφία: ήταν μία κέντουμ γλώσσα δηλ. μία δυτικοευρωπαϊκή γλώσσα! Οι κέντουμ γλώσσες δηλ. όλες οι δυτικές ευρωπαϊκές γλώσσες όπως τα ελληνικά, τα γερμανικά, τα ιταλικά και τα κέλτικα διαθέτουν κάποια ιδιαίτερα φωνολογικά ιδιώματα που τις ξεχωρίζουν από τις ανατολικοευρωπαϊκές. Έτσι θεωρείται ότι οι Τόχαροι κατοικούσαν αρχικά στη περιοχή της νότιας Ρωσίας και μετέπειτα δίπλα σε σλάβικους πληθυσμούς, καθώς παρατηρείται μία σλαβική επιρροή στο λεξιλόγιό τους. Το πολιτειακό σύστημα των Τοχάρων δεν διέφερε πολύ από το επικρατούν στην Ευρώπη την ίδια εποχή. Όπως και οι Αρχαίοι Έλληνες, οι Τόχαροι ζούσαν σε πόλεις -κράτη. Σε αυτά ένας βασιλιάς και ένα συμβούλιο γερόντων, αποφάσιζαν για όλα τα θέματα της πόλης-κράτους. Οι Τόχαροι βασιλείς κάθονταν σε θρόνους με σκαλισμένα λιοντάρια, γεγονός που προκάλεσε εντύπωση στους Κινέζους απεσταλμένους που πρωτοαντίκρισαν θρόνο, πρώτη φορά στα τοχαρικά βασίλεια και περιέγραψαν ότι ο Τόχαρος βασιλιάς κάθεται σε ένα κρεβάτι με λιοντάρια, καθώς δεν ήταν γνωστή σε αυτούς και στην Ασία ευρύτερα η  έννοια της καρέκλας. Η θέση της γυναίκας στην τοχαρική κοινωνία ήταν η ίδια όπως και στην υπόλοιπη πατριαρχική ευρωπαϊκή κοινωνία, παρ’ όλα αυτά όμως η γυναίκα μπορούσε να είναι μάρτυρας σε δικαστήριο. Δεν υπάρχει μαρτυρία ότι οι Τόχαροι άντρες είχαν το δικαίωμα να πουλήσουν την γυναίκα τους, όπως έκαναν οι Κινέζοι. Οι Τόχαροι ήταν κυρίως βουδιστές, της αρχαιότερης σχολής του βουδισμού, της Σαρβαστιβάντα, την οποία είχαν δανειστεί από τους Ιρανούς της Ινδίας, τους Ινδο-Αρίους. Οι βουδιστές ιερείς  κατείχαν τη δεύτερη ανώτερη κοινωνικά θέση στην τοχαρική κοινωνία (όπως και σε όλες τις άλλες ευρωπαϊκές κοινωνίες  π.χ. οι Δρυίδες στην κέλτικη κοινωνία, οι Βραχμάνοι στην Ινδία κ.λπ.). Ακόμη και  μέλη της βασιλικής οικογένειας, αλλά και πολλά μέλη της αριστοκρατίας (όπως και στην Ευρώπη π.χ. Βυζάντιο και Δυτική Ευρώπη) γίνονταν ιερείς. Μοναχοί αλλά και μοναχές, ήταν πολλές πριγκίπισσες και βασίλισσες, εκ των οποίων και πολλές κτητόρισες και δωρήτριες των μοναστηριών. Οι πιστοί νήστευαν και αφιέρωναν ακριβά στολίδια στα αγάλματα του βούδα. Οι Τόχαροι δεν ήταν μόνο βουδιστές αλλά και νεστοριανοί χριστιανοί. Οι τοιχογραφίες στις σπηλιές του σημερινού Μπεζεκλίκ, απεικονίζουν νεστοριανούς χριστιανούς. Οι πρώτοι Χριστιανοί έφθασαν στα τοχαρικά βασίλεια από την Περσία, που ήταν σαφώς ενάντια στο χριστιανισμό, καθώς τον θεωρούσε βυζαντινή θρησκεία και τους χριστιανούς υπηκόους του εκ προοιμίου φιλοβυζαντινούς και εν δυνάμει προδότες. Η χρονιά των Τόχαρων είχε 12 μήνες και ξεκινούσε μέσα στην άνοιξη, γεγονός που εορτάζονταν με μία γιορτή που σηματοδοτούσε την αρχή της νέας χρονιάς με το τέλος του χειμώνα και την αναγέννηση της φύσης και άρα την έναρξη της καλλιεργητικής γεωργικής περιόδου. Αντίστοιχες γιορτές είχαν και έχουν οι Πέρσες, οι Κούρδοι και οι Αλβανοί όπως τη γιορτή του Νεβρόζ, ή Νιου Ρόζ δηλ. της Νέας Χρονιάς. Κατά τη διάρκεια της Νέας Χρονιάς οι Τόχαροι διοργάνωναν ιππικούς αγώνες, έθιμο που συναντάται και στους Σκανδιναβικούς λαούς. Επίσης στη αρχή της άνοιξης υπήρχε γιορτή όμοια με το ευρωπαϊκό καρναβάλι και τα Λουπερκάλια των Ρωμαίων. Οι Τοχαροι ντυνόταν με μάσκες και δέρματα ζώων και παρίσταναν υπερφυσικά πλάσματα. Στις αρχές Ιανουαρίου οι Τόχαροι  έβαφαν τα πρόσωπά τους, ράντιζαν ο ένας τον άλλον για να διώξουν τα δαιμόνια. Στις γιορτές τους έπιναν κρασί από αμπέλια, τα οποία καλλιεργούσαν ενώ δεν έλειπαν τα συμπόσια. Έπαιζαν σκάκι, ενώ γνώριζαν και τα ζάρια. Ο Μέγας Αλέξανδρος ίδρυσε το 329 π.Χ. την πόλη Αλεξάνδρεια την Εσχάτη στην είσοδο της κοιλάδας της Φεργκάνας, στο σημερινό Τατζικιστάν. Ο Ευθύδημος ο βασιλιάς του Ελληνιστικού βασιλείου στη Βακτριανή επέκτεινε το βασίλειο του στη Σογδιανή και έκανε εκστρατείες ως το Σόλεκ. Ο Διόδοτος, κυβερνήτης των χιλίων πόλεων της Βακτριανής (246 π.χ.), αποστάτησε και κύρηξε τον ευατό του βασιλέα, και όλοι οι υπόλοιποι λαοί της Ανατολής ακολούθησαν το παράδειγμα του και αποσχίστηκαν από τους Μακεδόνες. Το νέο αυτό βασίλειο, ήταν εξαιρετικά αστικοποιημένο και θεωρούνταν ως ένα από τα πλουσιότερα της Ανατολής και επρόκειτο να μεγαλώσει ακόμα περισσότερο σε δύναμη και γεωγραφική επέκταση προς ανατολή και δύση: Οι Έλληνες που προκάλεσαν την εξέγερση της Βακτριανής, έγιναν τόσο ισχυροί λόγω της γονιμότητας της γης της οποίας έγιναν οι κυρίαρχοι, όχι μόνο της Αρίας, αλλά και της Ινδίας, όπως ο Απολλόδωρος της Αρτεμισίας λέει, και περισσότερες φυλές κατέκτησαν αυτοί παρά ο Αλέξανδρος...Οι πόλεις τους ήταν τα Βάκτρα και την Δαράψα, και αρκετές άλλες. Ανάμεσα σε αυτές είναι και η Ευκρατιδεία, η οποία ονομάστηκε έτσι από τον κυβερνήτη της. Τα ελληνικά στοιχεία της πόλης Νίγια στην Κίνα ήρθαν στη δημοσιότητα έπειτα από σειρά αρχαιολογικών ανασκαφών οι οποίες είχαν οι όποιες εντάθηκαν τη δεκαετία του 1990. Συγκεκριμένα το 1993, ανακαλύφθηκε ότι στην αρχαία πόλη Νίγια της ερήμου Ταλκλαμακάν βρέθηκαν δείγματα αρχαίου ελληνικού πολιτισμού. Η είδηση ήρθε στο φως χάρη σε δημοσίευμα αυστραλιανής εφημερίδας. Οι αρχαιολόγοι βρήκαν άξονες σιδήρου και δρεπάνια, ξύλινα όπλα, πύλινους τεφροδόχους, οικιακά βάζα, χάλκινα νομίσματα κάτοπτρα, δαχτυλίδια τα οποία στο σύνολο τους είναι ελληνικής καταγωγής. Ακόμα την ίδια εποχή ανακαλύφθηκε και ένας αμφορέας στην πόλη Νίγια και συγκεκριμένα 640 χιλιόμετρα από την πόλη Kashgar. Αξίζει να σημειωθεί ότι έχουν ανακαλυφθεί και άλλα αρχαιολογικά ευρήματα στην Κίνα, όπως το μωσαϊκό Sampul, ένα μάλλινο κρεμαστό ύφασμα που απεικονίζει ένα στρατιώτη, πιθανότητα ελληνικής καταγωγής και ένας Κένταυρος. Επιπλέον, έχουν ανακαλυφθεί και αγάλματα Ελλήνων στρατιωτών του 3ου αιώνα π.Χ. Επίσης, αρκετά ειδώλια και αναπαραστάσεις των Ελλήνων στρατιωτών έχουν βρεθεί βόρεια του Tien Shan. Τα παραπάνω δύο εκτίθενται στο Μουσείο Xinjiang, στο Ουρούμκι της Κίνας. Τα ελληνιστικά βασίλεια της Βακτριανης και της Ινδίας διαλύθηκαν από τους Τοχαρους και αντικαταστάθηκαν από την Αυτοκρατορία τους, Κουσαν που είχε επίσημη γλώσσα του κράτους την ελληνική. Η Κίνα είχε εμπορικές συναλλαγές με τους Τόχαρους. Οι Κινέζοι έστελναν πρεσβείες για να πάρουν τα «θεϊκά» τοχαρικά,  όπως τα αποκαλούσαν, άλογα, που ήταν μεγαλύτερα από τα μογγολικά και κρατούσαν πάνω τους κατάφρακτους ιππείς της Σογδιανής, της Φεργκάνα και της Παρθίας. Με την τοχαρική αυτοκρατορία του Κουσάν, η βόρεια Ινδία ενώθηκε με τη Κεντρική Ασία και την κοιλάδα του Ταρίμ. Από αυτήν την κεντρική τοποθεσία, η αυτοκρατορία Κοσσάν κατέστη ένας πλούσιος εμπορικός κόμβος μεταξύ των λαών Χαν της Κίνας, Σασσανιδών της Περσίας και της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Ο Ρωμαϊκός χρυσός και το Κινεζικό μετάξι διακινούνταν στην αυτοκρατορία, με πολύ μεγάλο κέρδος για τους μεσάζοντες. Λαμβάνοντας δε υπόψιν όλες τις επαφές τους με τις μεγάλες αυτοκρατορίες της εποχής, δεν είναι περίεργο ότι οι Κοσσανοί είχαν αναπτύξει αξιόλογο πολιτισμό δανειζόμενοι στοιχεία από άλλες χώρες. Κυρίως Ζωροάστρες στο θρήσκευμα, οι Κοσσανοί ενσωμάτωσαν Βουδιστικές και Ελληνιστικές θεότητες θρησκευτικά στοιχεία στις δικές τους θρησκευτικές πρακτικές. Τα νομίσματά τους απεικονίζουν θεότητες που περιλαμβάνουν τον Ήλιο, τον Ηρακλή τον Βούδα, τον Σακιαμούνι Βούδα μέχρι τους Αχούρα Μάζντα, Μίθρα και Άταρ. Χρησιμοποιούσαν το Ελληνικό αλφάβητο, με την προσθήκη του γράμματος Sho. Επί ηγεμονίας του 5 αυτοκράτορα, Κανίσκα (Kanishka) του Μέγα (περ. 127-140 π.Χ) η αυτοκρατορία είχε εξαπλωθεί σε όλη την βόρεια Ινδία και επεκτάθηκε ανατολικά κατά μήκος της λεκάνης Tarim (πατρίδα των Κοσσανών). Ο Κανίσκα διοικούσε από το σημερινό Πεσαβάρ στο Πακιστάν, αλλά η αυτοκρατορία του περιελάμβανε επίσης τις μεγάλες πόλεις στον δρόμο του μεταξιού, Kashgar, Yarkand και Khotan, σημερινό κινέζικο Xinjiang ή Ανατολικό Τουρκεστάν. Ο πρώτος βασιλέας των Κοσσανών Ηραίος (κυβέρνησε 1-30 μ.Χ.) απείχε ελάχιστα από το να καταστεί φύλαρχος των Yuezhi. Έτσι ο κλήρος έπεσε στο διάδοχό του Kujula Kadphises (Κογιόλα Καδφίσης) (κυβέρνησε 30-80 μ.Χ.) για να αναλάβει τον ρόλο πραγματικού μονάρχη και να ενώσει τις διαφορετικές και ερίζουσες φυλές των Yuezhi υπό την σκέπη των Κοσσανών κατά τη διάρκεια του 1 αιώνα μ.Χ. Από αυτές τις δύο πρωτεύουσες Ταξιλα και Μπαγκραμ, καθώς και άλλους οικισμούς και εμπορικούς σταθμούς βορειότερα, οι Κοσσανοί κατέστησαν κυρίαρχοι του εμπορίου, υιοθέτησαν το Ελληνικό αλφάβητο και έκοψαν δικά τους χρυσά νομίσματα που απεικόνιζαν Κοσσανούς βασιλείς, Ελληνικά ρητά και σύμβολα εμπνευσμένα από Ρωμαϊκά νομίσματα που χρησιμοποιούνταν ευρέως εκείνη την εποχή, προκειμένου να αγοράζουν αγαθά από καραβάνια κατά μήκος του Δρόμου του Μεταξιού. Το αποτέλεσμα ήταν να δημιουργηθεί ένας ζωντανός πολιτισμός, από την συγχώνευση των Δυτικών Ελληνο Βακτριανών εθίμων, με εκείνων της ανατολικής Ινδίας, προσαρμοσμένος στον δυναμικό χαρακτήρα της Κεντρικής Ασίας. Θέματα που προέρχονταν από την Ελληνική και Ρωμαϊκή μυθολογία αναμίχθηκαν με Βουδιστικά σύμβολα και ευαισθησίες, με αποτέλεσμα τις πρώτες αναπαραστάσεις του Βούδα με ανθρώπινη μορφή κατά τη διάρκεια, καθώς και τις πρώτες απεικονίσεις των βασικών Βουδιστικών προσωπικοτήτων, όπως ο Μποντισάτβα. Ο Κανίσκα ενθάρρυνε τόσο την σχολή Γκαντάρα της Ελληνο-Βουδιστικής τέχνη, όσο και την σχολή των Ινδουιστών Ματούρα. Η μεγαλύτερη συνεισφορά του στην Βουδιστική αρχιτεκτονική ήταν η στούπα Κανίσκα στο Πεσαβάρ. Χρονολογούμενο στο πρώτο έτος της βασιλείας Κανίσκα το 127 μ.Χ, το φέρετρο ανακαλύφθηκε σε ένα θάλαμο φύλαξης στην στούπα Κανίσκα, κατά τη διάρκεια των αρχαιολογικών ανασκαφών το 1908 -1909 στο Σαχ-τζι-Ντερί στα περίχωρα της Πεσαβάρ. Το πρωτότυπο είναι σήμερα στο Μουσείο Πεσαβάρ και μια παλιά ρεπλίκα εκτίθεται στο Βρετανικό Μουσείο. Λέγεται δε ότι μέσα στο φέρετρο συμπεριλαμβάνονται και τρία τμήματα οστών του Βούδα. Το φέρετρο υπογράφεται από τον κατασκευαστή, έναν Έλληνα καλλιτέχνη ονόματι Αγησίλαο , ο οποίος επέβλεψε την εργασία στην στούπα επιβεβαιώνοντας την άμεση συμμετοχή Ελλήνων στα Βουδιστικά έργα. Τα γλυπτά από τον Χάντα συνδυάζουν στοιχεία Βουδισμού και Ελληνισμού, σε ένα σχεδόν τέλειο και μοναδικά αναγνωρίσιμο Ελληνιστικό στυλ. Παρά το γεγονός ότι η εν λόγω τεχνοτροπία τοποθετείται από τους ειδικούς στην ύστερη Ελληνιστική περίοδο του 2ου ή 1ου αιώνα π.Χ., τα εν λόγω γλυπτά χρονολογούνται περί τον 1 αιώνα μ.Χ. ή αργότερα. Λαμβάνοντας υπόψη την εξαιρετική ποιότητα, την τεχνική φινέτσα, την ποικιλία και ποσότητα των γλυπτών, ο Χάντα πρέπει να ήταν μια «πόλη εργοστάσιο» στην οποία έζησαν και εργάστηκαν Έλληνες, ή εκπαιδευμένοι καλλιτέχνες εξοικειωμένοι με όλες τις πτυχές της Ελληνιστικής γλυπτικής, σε αυτό που ο ιστορικός μελετητής John Boardman περιγράφει ως « το λίκνο της νεότευκτης Βουδιστικής γλυπτικής στο Ινδο-Ελληνικό στυλ». Η «μεταφορά» των Ελλήνων ηρώων στον Βουδισμό (π.χ. ο Ηρακλής είναι η έμπνευση και το μοντέλο για την Βουδιστική Bodhissatva) αναδεικνύεται πλήρως στον Χάντα. Αυτές οι ανακαλύψεις με τις περίτεχνες εξειδικευμένες κατασκευές και το εξευγενισμένο καλλιεργημένο επίπεδο των πολιτών ενίσχυσαν την γοητεία της Κοσσανικής αυτοκρατορίας, τοποθετώντας την σε περίοπτη θέση μεταξύ των ήδη καταξιωμένων πολιτισμών της αρχαιότητας.
http://stopsachno1.blogspot.gr
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Διονυσιακά
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Ελληνικό_βασίλειο_της_Βακτριανή
http://www.onalert.gr/stories/Nigia-h-arxaia-polh-me-ta-ellhnikia-ixnh-sthn-kina/50731
https://chilonas.com/2015/11/17/httpwp-mep1op6y-2zp/

Κυριακή, 6 Αυγούστου 2017

Τα ιστορικά παραδοσιακά τραγούδια της Τουρκοκρατίας και της Ελληνικής Επανάστασης

Πιστεύω ότι τα παραδοσιακά τραγούδια δημιουργήθηκαν συγχρόνως με τα γεγονότα που περιγράφουν. Κάθε φορά που κάτι συγκλόνιζε το λαό μας αυτός έφτιαχνε ένα τραγούδι για να εκφράσει τα συναισθήματα που του προξενούσε. Είναι φυσικό, λοιπόν, ο πόλεμος, οι μάχες, οι απώλειες σε ανθρώπινες ζωές κυρίως να του γεννούσαν την επιθυμία να φτιάξει ένα τραγούδι, να εκφράσει μέσα απ’ αυτό την οδύνη αλλά και το θαυμασμό του για τους ήρωες που διακρίνονταν στις μάχες - άντρες και γυναίκες. Γυρνώντας την Ελλάδα έχω καταγράψει εκατοντάδες τραγούδια, πολλά από τα οποία έχουν θέματα ιστορικά - ξεκινούν από τον 13ο αιώνα, με την Άλωση της Ανδριανούπολης, και φτάνουν ως τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Τα πιο πολλά αναφέρονται στην εποχή της Τουρκοκρατίας, όταν αρματολοί και κλέφτες πρωτοστατούσαν στους αγώνες εναντίον του κατακτητή. Περισσότερα έχω βρει στη Στερεά Ελλάδα και, βέβαια, στην Πελοπόννησο, λιγότερα στα νησιά. Αυστηρά και δωρικά, σοβαρά σαν τους ήρωες που περιγράφουν, τα τραγούδια αυτά λειτουργούσαν σαν τις εφημερίδες ή τα χρονικά της εποχής για τους δημιουργούς και τους συγχρόνους τους, ενώ για τις επόμενες γενιές χρησίμευαν σαν μάθημα ιστορίας. Η αφήγηση ωραίων, θαυμαστών και ηρωικών πράξεων του παρελθόντος ήταν πάντα και για όλους τους λαούς το νήμα που οδηγούσε και ύφαινε το μέλλον. Στην Ελλάδα, χώρα μικρή και πολεμικά ταλανισμένη, που χρειάστηκε, όπως άλλωστε όλα τα έθνη-κράτη, να καταφεύγει συνεχώς στο ένδοξό της παρελθόν, ευφρόσυνο ή επώδυνο, τα τραγούδια που αφηγούνται γεγονότα ή θρύλους συνδεδεμένους με συγκεκριμένες αναγνωρίσιμες ιστορικές περιόδους έπαιξαν εντελώς ιδιαίτερο ρόλο. Υπήρξαν ένα τεράστιο πεδίο εθνικής μύησης. Οι λαογράφοι, που κατατάσσουν τα τραγούδια σε διάφορες κατηγορίες με κριτήρια συνήθως άσχετα από τη σημασία που τους δίνουν εκείνοι που τα τραγουδούν, ονομάτισαν «Ιστορικά» τα τραγούδια που έχουν ως θέμα «γεγονότα». Και τα γεγονότα αυτά είναι συνήθως πολεμικά, κατορθώματα επώνυμων προσώπων, και συνήθως ο ηρωικός θάνατός τους, μάχες, πολιορκίες και αλώσεις πόλεων. Στην μεγάλη κατηγορία των ιστορικών ανήκουν και τα «Κλέφτικα» τραγούδια, με τη διαφορά ότι αναφέρονται σε πρόσωπα και καταστάσεις συγκεκριμένης ιστορικής εποχής και συγκεκριμένης περιοχής: στον αγώνα των ασύντακτων ομάδων των κλεφταρματολών στην ηπειρωτική Ελλάδα της Τουρκοκρατίας. Σε αντίφαση με τους επίσημους τίτλους τους, τέτοια τραγούδια δεν περιέχουν παρά ελάχιστα, αόριστα, ανακριβή ή ακόμη και καθόλου ιστορικά στοιχεία· αποτελούν μάλλον μια διαπλοκή του μύθου με την ιστορία. Ωστόσο, μέσα από τις κατά τόπους και καιρούς «ακροάσεις», προσαρμογές και ερμηνείες τους, τα τραγούδια αυτά φορτίστηκαν με συγκεκριμένα ιδεολογικά καθήκοντα, καλλιέργησαν τη συλλογική μνήμη, συνέβαλαν στη διαμόρφωση της εθνικής συνείδησης και ταυτότητας αλλά και της αίσθησης τοπικής ιδιαιτερότητας όσο κανένα μάλλον άλλο είδος της λαϊκής καλλιτεχνικής δημιουργίας. Μπορούμε να πούμε πως την πραγματικά ιστορική τους διάσταση την απέκτησαν μέσα απ’ τη χρήση τους. Η δυναμική των τραγουδιών «μνήμης» υπήρξε πάντα αντιστρόφως ανάλογη με το επίπεδο κοινωνικής και πολιτικής ευημερίας. Στις πιο δύσκολες στιγμές της ιστορίας, στις πιο ανελεύθερες συνθήκες, μπροστά στις πιο μεγάλες απώλειες, τα τραγούδια κράτησαν και τόνωσαν το όραμα και τη λαχτάρα της λευτεριάς, εμφύσησαν δύναμη για αγώνα, πίστη σε αξίες και ιδεώδη ξεχασμένα, αναβάθμισαν την αυτοεκτίμηση των ηττημένων. Λειτουργώντας ως μουσικοί μύθοι, χάνοντας όλο και πιο πολύ τη σχέση τους με την ιστορική αφετηρία και το ιστορικό έναυσμά τους, τέτοια τραγούδια δίνουν τη δυνατότητα σε κάθε ομάδα και κάθε γενιά να τα νοηματοδοτήσει εκ νέου, να ξανακάνει επίκαιρο το παρωχημένο νόημά τους, να εκφράσει τραγουδώντας τα τις ανάγκες του παρόντος της. Ας θυμηθούμε τον παντός καιρού υπαινιγμό και ενθουσιασμό που προσφέρει το Πότε θα κάνει ξαστεριά σε τόσες γενιές και γωνιές της Ελλάδας. Ο καιρός κυλάει με τις συνέχειες και τις ασυνέχειες, τις τομές και τις ανατροπές του, ωστόσο μια ιδιοτοπική αίσθηση του χρόνου κάνει τους Έλληνες να τραγουδούν -ή μάλλον να θρηνούν- συλλογικά και τελετουργικά ακριτικούς ήρωες και βυζαντινούς βασιλιάδες, Σουλιώτισσες, κλεφταρματολούς και ελασίτες, συν-ραψωδώντας μια εξελισσόμενη saga ηρωική και πένθιμη, απ’ την οποία αντλούν κάθε φορά που χρειάζεται να καταγγείλουν, να εμψυχώσουν ή να εκτονώσουν εθνικές ή κοινωνικές εκκρεμότητες, να συμπληρώσουν λες τα κενά και τις σιωπές της γραμμένης ιστορίας. Είναι αυτονόητο ότι τα κριτήρια της Δόμνας για τη σύνθεση της συλλογής αυτής, που φιλοδοξεί να αποδώσει τη διαχρονική αυτή saga ήταν πρωτίστως μουσικά. Όμως η χρήση όποιων κριτηρίων είναι ήδη μια πράξη υποκειμενική. Έτσι μια α-τοπική, α-χρονική και αν-ιστορική, όπως θα κινδύνευε να είναι, έκδοση με τίτλο Ιστορικά κλέφτικα τραγούδια, απ’ την οποία δηλαδή η ιστορία ως βιωμένη πραγματικότητα απουσιάζει, αποκτά προσωπική σφραγίδα και εν τέλει συνδέεται με τη συνολική μουσική αντίληψη, εμπειρία και πράξη της Δόμνας Σαμίου.
Το παρακάτω κλέφτικο δημοτικό τραγούδι καταγράφηκε σε διάφορες παραλλαγές στην Πελοπόννησο και τη Στερεά. Ίσως το αρχικό τραγούδι είχε ως υπόθεσή του επιχείρηση που κατέληξε στο να αποσπασθεί από τα χέρια του Χάροντα η λεία του. Της Τρίχας το γεφύρι, σύμφωνα με τις λαϊκές δοξασίες, βρίσκεται στον Κάτω Κόσμο. Φυσικά στο τραγούδι έχει χάσει αυτή τη σημασία. Παραλλαγή του τραγουδιού τραγούδησε ο Κολοκοτρώνης στα παλικάρια του, όπως διηγείται ο ίδιος στον Τερτσέτη: «Ήταν Λαμπρή ανήμερα, ήταν ογδοήντα σύντροφοι, και ήτον εις το μεγαλύτερο βουνό της Πελoπoνvήσoυ. Από ημέρες τους είχαν είδηση δοσμένη, ότι θα πάνε αλυσοδεμένους εκατόν πενήντα ανθρώπους. Εδιαμοίρασα, έλεγεν ο Κολοκοτρώνης, τους μισούς συντρόφους εις το άλλο βουνό, έβαλα τα καραούλια με μεγάλη πρόβλεψη, δια να κάμομε τη Λαμπρή μας ασφαλισμένοι. Εδιαμοιρασθήκαμε λοιπόν και τους είπα: Ε αδελφοί χριστιανοί, να είμασθε συγκεντρωμένοι, όχι, όχι που μας ονομάζουν οι άρχοντες και το γουναρικό κλέφτες, να ελευθερώσουμε τους ζωντανούς. Αν θέλετε να μ' ακούσετε, να κρεμάσομε τα χαμαλιά μας εις τα έλατα' αυτά είναι η εκκλησία μας, η Λαμπρή μας, και να ασπασθούμεν και να ελευθερώσουμε τους αδελφούς μας, που πάνε να τους φυλακίσουν δια παντός εις τα δεσμά. Απάνω που καθίσαμε να φάμε, είπα πάλε: Αν είμαστε αδελφοί, να χύσομεν το αίμα μας δια τους αδελφούς μας. Πρώτα τους ορμήνευσα μιλητά, έπειτα το έκαμα και τραγούδι και τους το ετραγούδησα... Απάνω που εκόψανε τ' αρνιά τα ψημένα, ο θεός τους επήγε τους Τούρκους και τους εκτύπησαν' ελαβώθηκε ένας πρώτος από τα παλικάρια, εσκοτώθη ένας πρώτος εξάδελφος του Κολοκοτρώνη και πήραν το κεφάλι του. Έκαμαν πόλεμο. Ήσαν δύο χιλιάδες στρατιώται. Από τους Τούρκους εσκοτώθησαν ογδοήκοντα επτά. Μας εβοήθησε, έλεγεν ο Κολοκοτρώνης, η Παναγία η Θεοτόκος και η καθαριότητά μας, οπού επήγαμε να ελευθερώσουμε τους αδελφούς μας...» " Της νύχτας σι αρματολοί και της αυγής oι κλέφτες ολονυχτίς κουρσεύανε και τες αυγές κοιμώνται, κοιμώνται στα δασά κλαριά και στους παχιούς τους ίσκιους. Είχαν αρνιά και ψήνανε, κριάρια σουβλισμένα, μα είχαν κι ένα γλυκό κρασί, που πίν' ν τα παλικάρια. Κι ένας τον άλλο έλεγαν, κι ένας τον άλλον λέει: «Καλά τρώμε και πίνουμε και λιανοτραγουδάμε, δεν κάνουμε κι ένα καλό, καλό για την ψυχή μας; -ο κόσμος φκιάνουν εκκλησιές, φκιάνουν και μοναστήρια. Να πάμε να φυλάξουμε στης Τρίχας το γεφύρι, που θα περάσει ο βόιβοντας με τους αλυσωμένους, να κόψουμε τους άλυσους να βγουν οι σκλαβωμένοι, να βγει της χήρας το παιδί, π' άλλο παιδί δεν έχει, π' αυτή το 'χει μονάκριβο στον κόσμο ξακουσμένο.
Το κλέφτικο τραγούδι αποτελεί μία κατηγορία τραγουδιών που ανήκει σε μία γενικότερη ενότητα, τα δημοτικά τραγούδια, και συγκαταλέγεται στην υποομάδα των ηρωικών τραγουδιών (ακριτικά, κλέφτικα, ιστορικά). Για αιώνες τα δημοτικά τραγούδια αποτελούσαν ένα από τα λίγα μέσα έκφρασης και παιδείας, συμπυκνώνοντας την κοσμοθεωρία του αγράμματου λαού και περνώντας ως πολιτισμική κληρονομιά από στόμα σε στόμα και από γενιά σε γενιά. Ήταν ένας τρόπος εξασφάλισης της συνοχής και αποφυγής της αλλοτρίωσης των ίδιων των φορέων που τα δημιούργησαν. Ένα βασικό χαρακτηριστικό γνώρισμα των δημοτικών τραγουδιών, που καθορίζει τη διαμόρφωση και τη διάδοσή τους, είναι η προφορικότητα. Οι κοινωνικοοικονομικές συνθήκες, που λίγο ή πολύ παρέμεναν ανάλογες για αιώνες, ως προς τους όρους επιβίωσης των ασθενών κοινωνικών στρωμάτων, οδήγησαν στην εξέλιξη και συντήρηση αυτής της προφορικότητας μέσω καλλιτεχνικών μορφών, όπως είναι τα τραγούδια, τα παραμύθια κτλ. Τα κλεφτόπουλα: "Μάνα μου τα, μάνα μου τα κλεφτόπουλα, τρώνε και τραγουδάνε, άιντε πίνουν και γλεντάνε. Μα ένα μικρό, μα ένα μικρό κλεφτόπουλο, δεν τρώει, δεν τραγουδάει, βάι δεν πίνει, δεν γλεντάει. Μόν' τ' άρματα, μόν' τ' άρματα του κοίταζε. Του ντουφεκιού του λέει: «Γεια σου Κίτσο μου λεβέντη!» Ντουφέκι μου, ντουφέκι μου περήφανο,  σπαθί ξεγυμνωμένο μια χαρά σουν το καϋμένο. Τόσες φορές, τόσες φορές με γλύτωσες απ' του εχθρού τα χέρια τα σπαθιά και τα μαχαίρια."
Ο Κολοκοτρώνης προβλέποντας δε ότι θ' αναγκασθεί ο Δράμαλης να υποχωρήσει στην Κόρινθο, κατέλαβε τα στενά των Δερβενακίων με 2500 περίπου άνδρες με αρχηγό τον Νικηταρά. Και όταν την 26 Ιουλίου 1822 επεχείρησε ο στρατός του Δράμαλη να περάσει από τα στενά υπέστη καταστροφή, έκτοτε δε ο Νικηταράς ονομάσθηκε Τουρκοφάγος. Οι διαφυγόντες στην Κόρινθο αποδεκατίστηκαν από τις στερήσεις και τις ασθένειες, και ο ίδιος Δράμαλης πέθανε στην Κόρινθο. Ακολουθεί παραδοσιακό τραγούδι. " Φύσα μαϊστρο δροσερέ κι' αέρα του πελάγου, να πας τα χαιρετίσματα 'ς του Δράμαλη τη μάννα. Της Ρούμελης οι μπέηδες, του Δράμαλη οι αγάδες 'ς το Δερβενάκι κείτονται, 'ς το χώμα ξαπλωμένοι. Στρώμά 'χουνε τη μαύρη γης, προσκέφαλο λιθάρια και γι' απανωσκεπάσματα του φεγγαριού τη λάμψη. Κ' ένα πουλάκι πέρασε και το συχνορωτάνε. "Πουλί, πως πάει ο πόλεμος, το κλέφτικο ντουφέκι; -Μπροστά πάει ο Νικηταράς, πίσω ο Κολοκοτρώνης, και παραπίσω οι Έλληνες με τα σπαθιά 'ς τα χέρια". Γράμματα πάνε κ' έρχονται 'ς των μπέηδων τα σπίτια. Κλαίνε τ' αχούρια για άλογα και και τα τζαμιά για Τούρκους, κλαίνε μανούλες για παιδιά, γυναίκες για τους άνδρες.
Η ιστορία του Σουλίου είναι ταυτόχρονα έμβλημα, μύθος και πραγματικότητα. Το υποδειγματικό, από επιστημονική άποψη, βιβλίο της Βάσως Ψιμούλη αναδεικνύει κυρίως την πραγματικότητα. Από την ταραγμένη εποχή του 14ου αιώνα, εποχή των δεσποτάτων και των τοπικών αριστοκρατιών, των αλβανικών και των σερβικών διεισδύσεων ή μετακινήσεων έως τις ιδιότυπες ορεινές κοινότητες του οθωμανικού κράτους. Από το καθεστώς της εσωτερικής οργάνωσης των ορεινών κοινοτήτων, το καθεστώς της εκτεταμένης αντεκδίκησης και της προστασίας των αόπλων από τους ενόπλους έως τις δύσκολες σχέσεις που συντηρούν αυτές οι κοινότητες με άλλους θεσμούς της οθωμανικής αυτοκρατορίας αλλά και με την ίδια την οθωμανική διοίκηση. Καμιά φορά και με ξένες δυνάμεις, όπως ήταν η Βενετία, η Γαλλία, η Ρωσία. Η παρακολούθηση αυτών των σχέσεων αναδεικνύει άλλωστε και μια εντελώς διαφορετική εικόνα για τη λειτουργία του οθωμανικού κράτους και τις κοινωνίες των διαφορετικών πληθυσμών του. Οι διαρκώς ανανεούμενες συμμαχίες, οι ανατροπές του συσχετισμού των εσωτερικών δυνάμεων -κοινότητες, αρματολίκια, πασαλίκια, γενίτσαροι, κεντρική διοίκηση- οι βαθιές και συχνά αξεπέραστες αντινομίες τους εμφανίζονται και παρακολουθούνται σ' όλον τους το δυναμισμό και την ποικιλία. Η ίδια η κλασική ιστορία της σουλιώτικης σύγκρουσης με τον Αλή Πασά, που οδήγησε και στην αποδιάρθρωση της ορεινής κοινότητας, ερευνάται σε όλες της τις λεπτομέρειες· ως προς όλα τα επίδικα και σκοτεινά αντικείμενα της· φωτίζεται από την εσωτερική λογική της, μέσα στο πλαίσιο και τους κώδικες της, ώστε να γίνει κατανοητή ως μέρος μιας πραγματικής ιστορίας και όχι ως μέρος μιας ιστορίας που κατασκευάστηκε εκ των υστέρων για άλλες ανάγκες και άλλα εμβλήματα. Η ιστορία των Σουλιωτών αποκτά μια νέα συγκινητική διάσταση όταν, μετά την ήττα τους, θα διασκορπιστούν ως πρόσφυγες στα Επτάνησα, αρχικά, και στην επαναστατημένη Ελλάδα λίγο αργότερα. Θα ενταχθούν έτσι, μετά από νέες περιπέτειες, στο σώμα και την ιδεολογία του ελληνικού κράτους, όπου και θα γνωρίσουν μια νέα και εμβληματική ιστορία. Ακολουθούν παραδοσιακά τραγούδια για τους Σουλιώτες. "Στη βρύση στα Τσερί-νι-τσιανα,  στη μέ μωρέ στη μέσ’ από τη χώρα Μπουλουμπασιά άι γεια σας παιδιά, Μπουλουμπασιάδες κάθουνταν. Μπουλουμπασιάδες κάθουνταν κι όλο Μαργαριτιώτες. Kι αγνάντιβαν τον πόλιμο που κάνουν οι Σουλιώτες πώς πολιμάν μικρά παιδιά, γυναίκες σαν τους άντρες, πώς πολιμά η Tζαβέλαινα σαν άξιο παλληκάρι, σέρνει τα βόλια στην ποδιά, φυσέκια στο ζουνάρι,  και το παιδί στην αγκαλιά κι όλο μπροστά πηγαίνει."."Όλες οι καπετάνισσες των καπεταναραίων,  όλες πάησαν προσκύνησαν,  όλες πάησαν παιδιά μ’ προσκύνησαν. Όλες πάησαν προσκύνησαν, ωρε στ Αλή πασά την πόρτα, κι αυτή η Λένη του Μπότσαρη, κι αυτή η Λένη παιδιά μ’ του Μπότσαρη. Ωρε κι αυτή η Λένη του Μπότσαρη, δεν πάει να προσκυνήσει, δεν προσκυνώ Αλή πασά. δεν προσκυνώ παιδιά μ’ Αλή πασά. Ωρε Λένη μ’ γιατί δεν προσκυνάς, γιατί δεν καμαρώνεις; δεν είμαι νύφη να προσκυνώ, δεν είμαι νύφη παιδιά μ’ να προσκυνώ. Εγώ ειμ’ η Λεν’ του Μπότσαρη, η αδερφή του Μάρκου,  σέρνω τουφέκι ντιμισκί, πιστόλες ασημένιες, σέρνω τα βόλια στην ποδιά και το σπαθί στο στόμα."
Πολύ προ της επαναστάσεως του 1821 είχε καταστεί κοινή και πανελλήνια πεποίθηση στη συνείδηση του Έθνους η ιδέα ότι μόνο στη Μάνη θα ήταν δυνατό να προετοιμασθεί και ξεκινήσει ο ιερός Αγώνας, γιατί αυτή η νοτιότατη γωνιά της Πελοποννήσου υπήρξε το μοναδικό καταφύγιο και άσυλο των κατά καιρούς διωκομένων ,αλλά και το οπλοστάσιο, το στρατόπεδο, η ακρόπολη του Ελληνισμού και η μοναδική σχεδόν κοιτίδα της Ελευθερίας του Έθνους. Η πραγματικότητα αυτή ήταν αναγνωρισμένη από όλους όσοι κατά καιρούς σκέφθηκαν να εξεγείρουν τους Έλληνες, όπωςοι Βενετοί, η Μεγάλη Αικατερίνη, ο Μέγας Ναπολέων, ο Ρήγας Φεραίος, η Φιλική Εταιρία και ο Υψηλάντης. Ολόκληρη η Μάνη, προ της επανάστασης, είχε περίπου πληθυσμό 60.000 κάτοικους περίπου από τους οποίους ο 10.000 μπορούσαν να φέρουν όπλα και το μεγαλύτερο μέρος τους ήταν εμπειροπόλεμοι και άριστοι σκοπευτές σε αντίθεση με όλους σχεδόν τους άλλους Έλληνες, οι οποίοι ήταν πρακτικά αδύνατον να φέρουν όπλα και κατά συνέπεια να είναι καλοί σκοπευτές και γενικά καλοί χειριστές των όπλων. Ακολουθούν παραδοσιακά τραγούδια για την Μανη."Η πατρίς η Μάνη μου, η πατρίς μου είναι η Μάνη, η πατρίς μου είναι η Μάνη που κανόνι δεν την πιάνει. Εχει πυ - αγάπα τα τα όπλα τα Μανιάτικα, έχει πύργους υψηλούς και λεβέντες διαλεχτούς. Και γυναί - Μάνη μου και γυναίκες λεοντάρια και γυναίκες λεοντάρια πολεμούν με τα δρεπάνια. Κι έχει φω - αγάπα τα τα όπλα τα Μανιάτικα κι έχει φώτα ξακουστά δοξασμένα κι ισχυρά. Πρώτο είναι Μάνη μου, πρώτο είναι το Διρό, πρώτο είναι το Διρό απο εκεί είμαι κι εγώ. Δεύτερο αγάπα τα τα όπλα τα Μανιάτικα δεύτερο είναι το Λιμένι που εχθρός εκεί δεν μπαίνει. Τριτο ει - Μάνη μου τρίτο είναι το Αρμυρό, τρίτο είναι το Αρμυρό ξακουστό κι ιστορικό. Είναι με - αγάπα τα τα όπλα τα Μανιάτικα, είναι και η Μέσα Μάνη που κανόνι δεν την πιάνει."

Πηγή:http://www.domnasamiou.gr/?i=portal.el.albums&id=28

http://users.sch.gr/symfo/sholio/kimena/d_tis_nihtas_i_armatoli.htm

http://users.otenet.gr/~makotas/kleftopoula.htm

http://www.musicheaven.gr/html/modules.php?name=News&file=article&id=4126

http://argy57.blogspot.gr/2010/03/blog-post_22.html

http://www.stixoi.info/stixoi.php?info=Lyrics&act=details&song_id=51595

https://www.politeianet.gr/books/9789600512076-psimouli-d-baso-estia-souli-kai-souliotes-203381

http://www.stixoi.info/stixoi.php?info=Albums&act=details&album_id=6260

http://www.stixoi.info/stixoi.php?info=Lyrics&act=det2put&song_id=15354

http://www.mani.org.gr/kippoula/istoria_manis/ist.htm