Κυριακή, 23 Ιουλίου 2017

Η αθανασία της ψυχής και η μετά θάνατον ζωή μεσα από την Αρχαία ελληνική φιλοσοφία και την Χριστιανική θρησκεία

Αποτελεί αναμφισβήτητο γεγονός η διαπίστωση ότι επί χιλιάδες χρόνια, ανάμεσα στις δοξασίες των ανθρώπων, κυρίαρχη διάσταση κατέχει η προσήλωση στην ιδέα της αθανασίας της ψυχής. Από αυτή τη δήλωση συνάγεται το συμπέρασμα ότι η ψυχική αθανασία ή Παλιγγενεσία όπως απεκαλείτο από τους προγόνους μας, αντίληψη σύμφωνα με την οποία η ψυχή είναι άφθαρτη και παραμένει αναλλοίωτη και μετά τον λεγόμενο θάνατο ή μετάσταση του σώματος, του θνητού της δηλαδή περιβλήματος, δεν είναι ούτε πρόσφατη, ούτε βέβαια και παρωχημένη. Ανάγεται ιστορικά στο απώτατο παρελθόν, η προέλευσή της προέρχεται από την αρχέγονη αρχαιότητα, συνυφασμένη με τα καίρια υπαρξιακά ερωτήματα τα οποία διακατέχουν την ανθρώπινη ύπαρξη, ίσως ακόμη και από κτίσεως κόσμου. Συνδέεται δε άμεσα, λόγω της φύσεώς της, με τα υπαρξιακά και μεταφυσικά ερωτήματα τα οποία προβληματίζουν την ανθρώπινη ύπαρξη. Και αυτό είναι απόλυτα λογικό, αφού η απάντηση σε ένα τέτοιο κρίσιμο όσο και θεμελιώδες ερώτημα, παρέχει αλλυσιδωτά απαντήσεις σε μία σειρά από καίρια ζητήματα σχετιζόμενα με την προέλευση, τον σκοπό της ανθρώπινης ζωής, και την τελική κατάληξή της. Το τρίπτυχο του Εγώ, της ανθρώπινης δηλαδή υποστάσεως, συνίσταται σε πνεύμα, σώμα και ψυχή. Το τρίτο από αυτά τα συστατικά στοιχεία της ζώσης υπάρξεως, είναι Θεϊκό και αθάνατο. Η πεποίθηση ότι η ψυχή είναι άφθαρτη, αντιπροσωπεύοντας την αθάνατη υπόσταση του ανθρώπου, αποτελεί μία από τις θεμελιώδεις αρχές των Μυστών οι οποίοι διαιωνίζουν την πανάρχαια μυστηριακή παράδοση. Σε αυτή ακριβώς την αρχή, εδραιώνεται και ο Νόμος της Μετενσαρκώσεως. Ένας νόμος ο οποίος πρεσβεύει την επιστροφή της πνευματικής αρχής σε ένα νέο σαρκικό, θνητό, περίβλημα. Οι Μυστηριακοί θεσμοί, με προεξέχοντες αυτόν των Ορφικών Μυστηρίων και εκείνον της Ελευσίνος, αποτελούσαν τελετουργικά δρώμενα. Διαρθρώνονταν στα Ελάσσονα (ή μικρά) Μυστήρια, κατά τη διάρκεια των οποίων λάμβαναν χώρα προκαταρκτικοί καθαρμοί, ενώ επακολουθούσε η συμβολική απεικόνιση της καταβάσεως της ψυχής στην υλική ουσία, στο σώμα, καθώς και η περιγραφή των δοκιμασιών που υφίσταται, εξαιτίας αυτής της ενώσεως με τον υλικό παράγοντα. Αντιθέτως, τα Μείζονα Μυστήρια, αποσκοπούσαν στο να καταστήσουν τον μυούμενο γνώστη της καταστάσεως εκείνης που επιφέρει την ψυχική ευφορία, η οποία επιτυγχάνεται όταν η αείζωη ψυχική ουσία αποδεσμευθεί από την κατώτερη υλική φύση. Την αθανασία της ψυχής πρέσβευαν ήδη πρώτοι οι Πελασγοί, μέσω των θρησκευτικών τους αντιλήψεων, κάνοντας λόγο για πέραν του θανάτου ζωή. Στα Ελευσίνια Μυστήρια, κατά την διεξαγωγή της Μυήσεως στο Τελεστήριο, οι μυούμενοι, εν μέσω αμυδρου φωτός, έβλεπαν παραστάσεις από την μετά θάνατον ζωή, προερχόμενες τόσο από τα Ηλύσια Πεδία, όσο και από τον ζοφερό Άδη. Αρχικά, θα πρέπει να μας προβληματίσει ένα επιτάφιο επίγραμμα Ιεροφάντου, στο οποίο όπως συνάγεται από την Αρχαιολογική Εφημερίδα αναφέρονται τα ακόλουθα: "Ωραία πραγματικά απόκρυφη διδασκαλία (μας μεταβιβάσθηκε) από τους Θεούς. Ότι ο θάνατος, όχι μόνο δεν είναι επιζήμιος για τους ανθρώπους, αλλά αντίθετα είναι ωφέλιμο πράγμα". Πρόκειται για μία επιγραφή, η οποία σαφέστατα αναφέρεται στην αντίληψη της διαιωνίσεως του βίου και μετά την μετάσταση του σώματος, ένα οριακό γεγονός που δίνει τέλος στην ανθρώπινη ύπαρξη, υπό τη γήϊνη-φθαρτή της μορφή. Το Αθάνατο είναι θνητό. Το θνητό είναι αθάνατο. Ο θάνατος είναι αθάνατη ζωή για τους θνητούς. Για τους αθάνατους, η θνητή ζωή είναι θάνατος", διατείνεται ο φιλόσοφος Ηράκλειτος, ο αποκαλούμενος και "σκοτεινός" (και αυτό διότι το "Περί Φύσεως" σύγγραμμά του απευθυνόταν μόνο σε μυημένους, γι' αυτό και το νόημά του ήταν στριφνό και συνεπώς "σκοτεινό", δυσνόητο για τους αδαείς περί της ουσίας των μυστηρίων). Ο ίδιος φιλόσοφος και μύστης αναφέρει ότι 'Το ίδιο πράγμα είναι ο ζωντανός και ο νεκρός, ο ξύπνιος και ο κοιμισμένος, ο νέος και ο γέρος. Γιατί τα πρώτα αφού αλλάξουν κατάσταση, γίνονται τα δεύτερα και αυτά πάλι όταν αλλάξουν κατάσταση γίνονται τα πρώτα".  Πρόκειται ευκρινώς περί μίας φιλοσοφικής ενατενίσεως του ζητήματος της ψυχικής αθανασίας, η οποία μας παρέχει με σαφήνεια την αντίληψη των μυημένων στα αρχαία μυστήρια περί της εννοίας την οποία προσλαμβάνουν οι όροι "θάνατος" και "ζωή", οι τόσο σχετικοί σε περιεχόμενο, από ουσιαστικής απόψεως για όσους δύνανται να δουν την βαθύτερη έννοια των πραγμάτων, σύμφωνα με το προαιώνιο εξελικτικό σχέδιο που διέπει κάθε κοσμική δημιουργία. Ανατρέχοντας στους ακατάλυτους φυσικούς νόμους, οι οποίοι διέπουν κάθε Κοσμική έκφανση, όντας διακρινόμενη από μία ακατάβλητη ισχύ, καθίσταται αντιληπτό ότι καμμίας υλικής φύσεως μορφή αλλά και κανενός είδους ενέργεια δεν υπόκειται σε οριστικό αφανισμό. Απλά υπόκειται σε αέναες μεταβολές, υφίσταται διάφορους μετασχηματισμούς, επιβεβαιώνοντας τη θεμελιώδη αρχή του Ηρακλείτου 'Τα πάντα ρει". Τίποτε στο κοσμικό βασίλειο δεν αφανίζεται, δεν πεθαίνει, υπόκειται όμως σε μορφική μεταβολή. Με γνώμονα αυτήν την αρχή, θα μπορούσαμε να ισχυρισθούμε ότι τα πάντα βρίσκονται σε ένα διαρκές γίγνεσθαι. Τα πάντα υπόκεινται στον νόμο της μεταβολής, τίποτε δεν παραμένει αμετάβλητο. Παράλληλα όμως δεν υφίσταται κανένα υλικό δημιούργημα το οποίο να αποτελεί μία ύπαρξη ολοκληρωτικά καινούργια. Κάθε έκφανση στο σύμπαν ανάγεται ως προς τα συστατικά της στοιχεία σε μία ανασύνθεση αρχών.Σε αυτή ακριβώς τη διαπίστωση προέβη και ο μέγας φιλόσοφος και επιστήμων Θαλής, όταν αποφαινόταν 'Τίποτε δεν διαφέρει ο θάνατος από τη ζωή". Συνεπώς, με βάση τα όσα αναφέρθηκαν, επέρχεται η διαπίστωση ότι καμμία από τις μορφές που έρχεται σε εκδήλωση στη φύση δε συνιστά μία νέα δημιουργία. Αντίθετα, αποτελεί μία αναδημιουργία, καθώς συντίθεται από προαιώνιες αρχές και στοιχεία τα οποία ουδέποτε καταστράφηκαν, απλώς υπέστησαν μία διαδικασία μεταστοιχειώσεως. Εφ’ όσον λοιπόν υφίσταται μία μεταλλαγή και κατ’ επέκταση εξέλιξη των υλικών δημιουργημάτων, και κατ' ακολουθία και του φυσικού-υλικού φορέα του ανθρώπου (σώμα), τότε είναι λογικό και απολύτως παραδεκτό ότι θα επέρχεται και μία εξελικτική μεταβολή και του ψυχικού φορέα ο οποίος ζωογονεί την ύλη. Πριν υπεισέλθουμε στην ουσία του εξεταζομένου ζητήματος, ας επιχειρήσουμε μία ετυμολογική ανάλυση της λέξεως "ψυχή". Θα διαπιστώσουμε ότι προέρχεται από το ρήμα "ψύχω", το οποίο σημαίνει "φυσώ’αλλά και "αναπνέω". Έτσι, η ψυχή κατά τούς Ομηρικούς χρόνους, αποκτά την έννοια της ζωτικής δυνάμεως. Συνεπώς, κατ’ αυτή την αντίληψη, η ψυχή εισέρχεται στο σώμα καθιστώντας το έμβιο ον, με την πρώτη αναπνοή, εγκαταλείπει δε αυτό με την τελευταία αναπνοή. Πνεύμα και ψυχή, αυτές είναι οι ενεργειακές δυνάμεις οι οποίες καθιστούν τη ζωή ενσυνείδητη. Συνεπώς ο άνθρωπος πρωτίστως αποτελεί μία πνευματική οντότητα, η οποία καθ’ όλη τη διάρκεια της υπάρξεώς της, στο γήινο επίπεδο, χρησιμοποιεί ένα θνητό περίβλημα για την ανάπτυξή της. Γι’ αυτό ακριβώς τον λόγο, συχνά αποδίδεται στο σώμα ο χαρακτηρισμός "όχημα της ψυχής". Ασφαλώς επ’ αυτού δεν είναι καθόλου τυχαίος ο ισχυρισμός του Πλουτάρχου ο οποίος στα "Ηθικά" αποφαίνεται ότι: "Ψυχής γap όργανον το σώμα". Ο δε Ισοκράτης στον "Περί Αντιδόσεως" λόγο του αναφέρει ότι Ή φύση, μας δημιούργησε με σώμα και ψυχή...της μεν ψυχής έργο είναι να σκέπτεται...του δε σώματος να εκτελεί τις αποφάσεις της ψυχής".Στο ίδιο πνεύμα κινείται και η άποψη του Πλάτωνος στον "Μένωνα" όπου υποστηρίζει ότι: Ή ψυχή του ανθρώπου είναι αθάνατη και συμβαίνει άλλοτε μεν να τελειώνει -την επίγεια παρουσία της-, πράγμα που ως γνωστάν οι άνθρωποι το ονομάζουν θάνατο, άλλοτε να ξαναγιεννιέται, αλλά ποτέ δεν χάνεται". Την ίδια αντίληψη προβάλλει και στον "Γοργία" όπου ισχυρίζεται ότι Ό θάνατος δεν είναι τίποτε άλλο, παρά ο χωρισμός δύο πραγμάτων του ενός από το άλλο, δηλαδή της ψυχής από το σώμα". Υπό μία γενική έννοια, κυριαρχεί η αντίληψη ότι η ψυχή κατά την επίγεια παρουσία της εξελίσεται μέσω των πράξεων του ατόμου φορέα της. 'Οταν αυτός ο ψυχικός φορέας επιτελέσει την εκπλήρωση της αποστολής του, τότε η ψυχή τον εγκαταλείπει, και μεθιστάμενη εκ νέου στο ουράνιο πεδίο, αναμένει την επανενσάρκωσή της σε ένα νέο υλικό φορέα, προκειμένου να συνεχίσει το έργο της προς την ηθική τελειοποίηση στο γήϊνο και πάλι επίπεδο. Όταν αντίθετα μία ψυχή ενσαρκώνεται, εγκαταλείπει το υπερπέραν και αποχωρίζεται από μία οικογένεια ψυχών, ενώ όταν επέρχεται ο λεγόμενος θάνατος, εισέρχεται εκ νέου στο ουράνιο πεδίο, απ’ όπου άλλωστε έλκει και την προέλευσή της. Εάν η ψυχή κατά την γήϊνη παρουσία της κατόρθωσε να ανελιχθεί σε ικανοποιητικό βαθμό, εκδηλώνοντας τις μέγιστες πνευματικές δυνάμεις, τότε επέρχεται η ολοκλήρωση της αποστολής της και μετά την διάλυση του ανθρώπινου οργανισμού, όντας ευρισκόμενη στην υπέρτατη βαθμίδα της εξελικτικής ανελίξεως (Θέωση), μεταβαίνει στα Ηλύσια Πεδία, έναν ουράνιο χώρο ο οποίος ανταποκρίνεται στην ποιοτική της κατάσταση. Αντίθετα, εάν η τελείωση δεν πραγματώθηκε κατά την διάρκεια του ενσαρκωμένου βίου της, τότε η ψυχή μεθίσταται στον Άδη.
Το εκπαιδευτικό έργο που χαρακτηρίζει τη δόμηση της ψυχικής προσωπικότητας, δεν παύει να διεξάγεται κατά τη διάρκεια που η ψυχή παραμένει στο ουράνιο πεδίο. Απλά προσλαμβάνει διαφορετικές εκφράσεις από αυτές με τις οποίες εκδηλώνεται κατά την επίγεια παρουσία της, εκδηλώσεις οι οποίες δεν είναι αντιληπτές με τις αντικειμενικές αισθήσεις. Κατά τον Πλάτωνα, η ψυχή ενσαρκώνεται, μέχρι να επέλθει η τελειοποίησή της, κατά μέσο όρο 777 φορές. Κάθε δε πλήρης κύκλος ενσαρκώσεώς της, διαρκεί κατά μέσον όρο 144 έτη και ακολούθως καλείται εκ νέου να εμψυχώσει έναν υλικό φορέα. Οπωσδήποτε, εάν αποδεχόμαστε την αθανασία της ψυχής μετά τη μετάσταση, ευνόητο είναι ότι θα πρέπει να αποδεχθούμε ότι η αθάνατη υπόστασή της υφίσταται και προ της γεννήσεως. Ο Πλάτων μάλιστα στον 'Τίμαιο"προσδιορίζει και τον σαρκικό φορέα εντός του οποίου θα ενσαρκωθεί η ψυχή, ανάλογα με την πορεία της στον πρότερο βίο. Οι δειλοί θα γίνουν γυναίκες, οι επιπόλαιοι πουλιά, οι αμαθείς άγρια ζώα, ενώ οι διεφθαρμένοι ερπετά. Καθόλου τυχαία, η ψυχή αποκαλείται ως "ο εσωτερικός άνθρωπος". Το καθήκον της ψυχής επικεντρώνεται στο να καταστήσει εφικτό να διεισδύσουν οι αμετάβλητοι νόμοι της Αρμονίας μέσα στο σώμα, νόμοι οι οποίοι κυριαρχούν στον ουρανό. Ο Πλάτων στον 'Τίμαιο" υποστηρίζει ότι αρχικά η ψυχή κατοικεί σε ένα άστρο και όταν αποφασισθεί κατέρχεται σε ένα σώμα. Από αυτή την εξ ιστόρηση συνάγεται η διαπίστωση ότι η ψυχή ως προϋπάρχουσα είναι αρχαιότερη του σώματος. Θα πρέπει λοιπόν να φροντίζουμε ιδιαιτέρως την ψυχική αγωγή και καλλιέργεια, αφού όπως δηλώνει ο Πλάτων στο Συμπόσιο", η ψυχή αποτελεί την πηγή της γνώσεως. Έτσι ο ψυχικός παράγοντας αναδεικνύεται σε ένα θεϊκό δώρο, είναι το θείο πνεύμα μέσα στην ανθρώπινη φύση, ο δαίμων εκείνος που πρέπει να κατευθύνει τον άνθρωπο σε κάθε πράξη του, ισχυρίζεται και πάλι ο Πλάτων στον "Τίμαιο". Τον κυρίαρχο ρόλο του δαίμονος της ψυχής, όπου δαίμων είναι το πνεύμα, υποδηλώνοντας την αφύπνιση και εγρήγορση του Εσώτερου Εαυτού, διαπιστώνουμε στην περίπτωση του Σωκράτη, ο οποίος ανήγαγε κάθε πράξη του στις παρορμήσεις ή στις αποτροπές που δεχόταν από το δαιμόνιο που έδρευε στον Ναό της ψυχής του.
Τα πρώτα επίσημα στοιχεία για την αθανασία της ψυχής, ενυπάρχουν στα Ορφικά Μυστήρια, τα οποία αποτελούν το υπόβαθρο όλων των Ελληνικών Μυστηρίων. Σύμφωνα με τις ορφικές κοσμογονικές αντιλήψεις, ο άνθρωπος δημιουργήθηκε από την τέφρα των κατακεραυνωμένων Τιτάνων, γι' αυτό και διαθέτει θνητή υπόσταση. Ωστόσο όμως, της κεραυνοβολήσεως των Τιτάνων, προηγήθηκε ο εξ’ αυτών κατασπαραγμός των σαρκών του Διονύσου, γεγονός στο οποίο οφείλεται και η θεϊκή πτυχή της ανθρώπινης προελεύσεως. Με τον διαμελισμό του Διονύσου, επήλθε και ο κατακερματισμός της Θεϊκής ουσίας στις επιμέρους εκφράσεις και μορφές του Κοσμικού Όλου.  Στον άνθρωπο επομένως συνυπάρχει τόσο το θνητό-τιτανικό, όσο και το αθάνατο-Θεϊκό στοιχείο, τα οποία εκφράζονται από το σώμα και την ψυχή αντίστοιχα. Η συμπεριφορά της ψυχικής προσωπικότητας δεν είναι ανεξέλεγκτη, υπόκειται σε αρχές και κανόνες, καθώς οι Θεοί θέσπισαν τον Νόμο της Ειμαρμένης ή Νόμο της Ανταποδοτικής Δικαιοσύνης. Σύμφωνα με τον Νόμο αυτό, ο οποίος έχει απαρέγκλιτη ισχύ, και εφαρμόζεται έναντι των πάντων, σε έκαστο αποδίδεται αυτό ακριβώς που του αξίζει, σύμφωνα με τα έργα του. Η δε διάπραξη ανομημάτων, επιδέχεται εξιλέωση μόνο δια της διαπράξεως αντιστοίχως αξιόλογων θετικών πράξεων. Η διαδικασία της κρίσεως των έργων τα οποία σχετίζονται προς την ψυχική προσωπικότητα. ονομάσθηκε ψυχοστασία, κατά την οποία η ψυχή του ετοιμοθανάτου ζυγιζόταν, ενώπιον δικαστών (Αίαντας, Αιακός, Ραδάμανθυς), σύμφωνα με τις αντιλήψεις πάντοτε που επικρατούσαν στα αρχαία Μυστήρια, και αποφαίνονταν σε σχέση προς αυτήν. Αξίζει να αποδωθεί έμφαση στο γεγονός ότι στον Πλατωνικό Ταργία"εκφράζεται αυτή η αντίληψη της ψυχοστασίας κατά τρόπο έκδηλο. Συγκεκριμένα αναφέρεται ότι οι υποχθόνιοι δικαστές του Άδη θα εξετάσουν την ψυχή γυμνή, αποστερημένη από το θνητό της περίβλημα που τη συσκοτίζει. Περί της Ειμαρμένης, ο ατομικός φιλόσοφος Λεύκιππος αναφέρει τα ακόλουθα: 'Τα πάντα γίνονται κατ' αναγκαιότητα, την αναγκαιότητα δε αυτή ονομάζουμε ειμαρμένη". Κοινή ήταν η αντίληψη στους Ορφικούς μυσταγωγούς (Λίνο, Ορφέα, Μουσαίο κ.α.) αλλά και στους μεταγενέστερους Πυθαγορείους φιλοσόφους, ότι η ψυχή προϋπάρχει του σώματος και επιζεί της μεταστάσεως αυτού. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονισθεί ότι ο Πυθαγόρας απέδωσε στην ψυχή ηθική σημασία. Ο Πορφύριος στον Βίο του Πυθαγόρα, αναφέρει τα ακόλουθα: "Πρώτα λέει (ο Πυθαγόρας) ότι η ψυχή είναι αθάνατη, ύστερα ότι μεταβάλλεται σε άλλα είδη ζωντανών όντων κι ακόμα, ότι όλα ξαναγίνονται σύμφωνα με περιοδικές κινήσεις. Κι όλα τα ζωντανά και έμψυχα είναι συγγενή".
Οι Πυθαγόρειοι απέδιδαν ιδιαίτερη έμφαση στην ψυχική καθαρότητα, την οποία επετύγχαναν τόσο καταφεύγοντας στην μέθοδο των σωματικών αποχών, όσο και μέσω της μουσικής τέχνης, η οποία μέσω της αρμονικής της διαστάσεως, καθορίζει το ήθος της ψυχής. Κάτω από αυτή τη θεώρηση, η ψυχή, κατά τους Πυθαγόρειός φιλοσόφους, αποτελούσε παράγοντα αρμονίας, αλλά και εξισορροπήσεως μεταξύ δυνάμεων αντιθέτων τα οποία ενυπήρχαν στο σώμα. Η ίδια αντίληψη εκτίθεται, μεταγενέστερα, και στον πλατωνικό διάλογο "Φαίδων1', όπου ο Σιμμίας ισχυρίζεται ότι η ψυχή συνιστά αρμονία των αντιθέσεων οι οποίες συνθέτουν το σώμα. Από την αντίληψη της ανωτερότητος της ψυχής, απέρρευσε μάλιστα και η Ορφική αντίληψη, σύμφωνα με την οποία το σώμα αποτελεί για την ψυχή μία ασφυκτική φυλακή, είναι το σήμα, δηλαδή ο τάφος που περιορίζει τραγικά τη δράση της ψυχικής προσωπικότητας. Επομένως, κατά τους Ορφικούς φιλοσόφους, η Αληθινή Ζωή εκκινά μετά τον διαχωρισμό της ψυχής από τα δεσμό του σώματος.  Όπως μας πληροφορεί ο νεοπλατωνικός φιλόσοφος Πρόκλος, οι Ορφικοί μύστες διατύπωναν την ακόλουθη ευχή: "Κύκλου τ' αν λήξαι και αναπνεύσαι κακότητος", η οποία είναι ευχή απαλλαγής της ψυχής από το μαρτύριο των ενσαρκώσεων, ούτως ώστε να αναπνεύσουν από την ανθρώπινη κακία. Μέρος μάλιστα της διαδικασίας της νεκρικής τελετής, στον κύκλο των Ορφικών φιλοσόφων, ήταν η απόθεση στα χέρια των μεταστάντων, μίας μικρής πλάκας, προερχομένης από χρυσό, επί της οποίας χαράσονταν τα ακόλουθα λόγια: "Αυτάμ εμοί γένος ουράνιον". Επρόκειτο για μία σαφή δήλωση της ουράνιας καταγωγής του ανθρώπου. Περί της αντιλήψεως της Θεϊκής καταγωγής της ψυχής, συνηγορούν οι Ορφικές πινακίδες της Πετέλιας, στις οποίες ο νεκρός εμφανίζεται να επαίρεται για την ουράνια καταγωγή του, ενώ σε μία άλλη πινακίδα προερχομένη από τους Θουρίους, άλλος μεταστάς, αναφέρεται αορίστως στην πτώση του στο γήϊνο πεδίο, συνεπεία των αδίκων πράξεων και των συστημάτων τα οποία διέπραξε κατά τη διάρκεια του γήϊνού του βίου. Σύμφωνα με τους Ορφικούς Μύστες, η ψυχή εξέπεσε από το Θεϊκό πεδίο στο γήϊνο, πλήρης λήθης και ανηθικότητας,όπως συνάγεται και από τον Πλατωνικό "Φαιδρό", κατάσταση όμως η οποία δεν είναι οριστική, καθώς μέσα από τον κύκλο των επανενσαρκώσεών της, η ψυχική προσωπικότητα επιζητεί την επανένωσή της με τη Θεϊκή αρχή, από την οποία άλλωστε και προέρχεται. Από όσα εκτέθηκαν, προκύπτει ότι η πίστη στην επανενσάρκωση των ψυχών στο γή'ίνο επίπεδο αποτελούσε μία πανάρχαιη δοξασία, όμως μόνο οι Ορφικοί φιλόσοφοι και μύστες προσέδωσαν ένα περιεχόμενο μυ- στηριακό σε αυτή την αντίληψη. Στη Θεϊκή καταγωγή της ψυχής αναφέρονται με σαφήνεια και οι Ορφικοί Ύμνοι. Αξίζει να γίνει μνεία στο γεγονός ότι στα Ορφικά η ψυχή αποκαλείται γλυκύ τέκνο του Διός. Συγκεκριμένα, όπως συνάγεται από τα "Ορφέως Αποσπάσματα" (XXIV, Πρόκλου Εις Τίμαιον, υπό τον τίτλο "Ο Θεός πατήρ των Ψυχών", αναφέρεται: "Απεκαλείτο δε (η ψυχή) γλυκύ τέκνον του Διός". Και ολίγον, κατόπιν, αφού προεκάλεσε την Θεολογίαν, που παρεδόθη υπό του Θεού, λέγει λοιπόν η ψυχή περί του Διός, ο οποίος εδημιούργησε το σύμπαν. "...εν μέσω των διανοιών του πατρός, κατοικώ εγώ η ψυχή, που εμψυχώνω τα πάντα με την θερμότητα. Διότι έθεσε τον μεν νουν εντός της ψυχής, την δε ψυχήν εντός του οκνηρού σώματος, ημάς (τον νουν και την ψυχήν) εγκαχέστησεν ο πατήρ των ανθρώπων και των Θεών".
Από την παράθεση των ανωτέρω, καθίσταται αντιληπτό ότι η Ψυχή είναι άϋλη και αόρατη, αποτελεί δε τμήμα της Συμπαντικής ψυχής. Μία φάση δε των Ορφικών τελετουργιών, των τόσο μεστών σε περιεχόμενο αλλά και σε συμβολισμούς, περιελάμβανε και την Τελετή του Τροχού, κατά την οποία ο Ιεροφάντης κατηχούσε τους μυουμένους σχετικά με την εσωτερική αντίληψη της επανενσαρκώσεως της ψυχής. Επίσης, αξίζει να τονισθεί ότι κατά την μεγάλη Εορτή των Ανθεστηρίων, η ψυχή αναδυόταν συμβολικά από ένα πιθάρι που αντιπροσώπευε τον τάφο, ένα τελετουργικό δρώμενο το οποίο είναι πρόδηλο ότι έλκει την καταγωγή του από τις εσώτερες Ορφικές παραδόσεις. Η Ψυχή επιπροσθέτως, ασκεί καθοδηγητικό ρόλο, έχει δηλαδή προορισμό όχι να υποτάσσεται και να υπακούει, αλλά να οδηγεί και να άρχει, όπως αναφέρει ο Πλάτων στον "Φαίδωνα". Κατά τον Όμηρο, η ψυχή ενυπάρχει στο σώμα, ενώ όταν επέρχεται ο θάνατος, η ψυχή αποσύρεται στον Άδη, όπου και κινείται σαν μία άϋλη σκιά. Για τους Ορφικούς φιλοσόφους, όπως αναφέρθηκε, η ψυχή αποτελεί “πραγματικό ον Θείας φύσεως και αθάνατον ειμαρμένης". Τα Ορφικά Μυστήρια δίδασκαν ότι μόλις η ψυχή απαλλαγεί από το σώμα, εφ’ όσον διήγαγε βίο αγαθό, ανέρχεται σε Ανώτερους Κόσμους, τελειοποιηθείσα, ενώ στην αντίθετη περίπτωση μετενσαρκώνεται, έως ότου ανελιχθεί. Η ψυχή, ανερχόμενη την διαβαθμισμένη εξελικτική κλίμακα των θνητών, ημιθέων, Θεών,ανελίσεται σε ανώτερα πνευματικά στάδια, φθάνοντας τελικά στην ιδεώδη κατάσταση της γαλήνης και της ευδαιμονίας. Δια των διαδοχικών της εξαγνισμών και ανελίξεων, η ψυχή κατορθώνει να αποκτήσει έναν πνευματικό και πλέον υλικό οργανισμό, δια του οποίου ανέρχεται στην ουράνια κλίμακα. Ο μυσταγωγός Πλούταρχος, μυημένος στα Δελφικά Μυστήρια, στο έργο του "Βίοι Παράλληλοι" δικαιώνει αυτή την αντίληψη, προσθέτοντας μάλιστα ότι: "Οι ψυχές. πολύ φυσικά και σύμφωνα με τη Θεία δικαιοσύνη, μεταβάλλονται από ανθρώπους σε ήρωες, από ήρωες σε ημιθέους και από ημιθέους σε Θεούς, αν καθαριστούν και εξαγνιστούν τελείως, αποβάλλοντας κάθε τι που είναι θνητό και που υπόκειται σε πάθη". Οι Πυθαγόρειοι, όπως αναφέρεται στα “Χρυσά Έπη του Πυθαγόρα", θεωρούσαν ότι μετά το θάνατο και την απαλλαγή από το θνητό περίβλημα, αναδεικνύεται η άφθαρτη υπόσταση του ανθρώπου, επί της οποίας ο θάνατος δεν έχει κυριαρχία. Περί της ψυχικής αθανασίας αποφαίνεται όμως και ο Εμπεδοκλής, στο σύγγραμμά του "Καθαρμοί", όπως άλλωστε και ο Ηράκλειτος, ο οποίος μάλιστα κάνει λόγο για εξωτερικό και εσωτερικό -ψυχικό- φως. Ο "σκοτεινός" Εφέσιος φιλόσοφος ακόμη υπεστήριζε ότι η γνώση της ψυχής έχει άμεση συνάφεια με την γνώση της δομής του κόσμου. Ο Εμπεδοκλής συγκεκριμένα, στο προαναφερόμενο έργο του, υποστηρίζει ότι βρίσκεται στα πρόθυρα της απολυτρώσεως από τον κύκλο των γεννήσεων. Σε αυτή την αντίληψη αποδίδεται και η δήλωση "Αθάνατος εγώ κι όμοιος Θεός.. .Τια τους προσωκρατικούς φιλοσόφους και ειδικότερα για τον Αναξιμένη (6ος αιών π.Χ.), η ψυχή ταυτίζεται με την αρχή της φύσεως. Σύμφωνα με την κοσμοαντίληψη του Αναξιμένους, η ψυχή εκπροσωπεί την κοσμική τάξη, από τις αρχές της οποίας διέπεται και ο άνθρωπος. Ο γνωμικός ποιητής Φωκυλίδης, θεωρεί ότι η μετάσταση αποτελεί την αφετηρία για την Θέωση και αυτό διότι "αφού θα εγκσταλείψουμε το νεκρό σώμα μας εδώ κάτω, θα γίνουμε Θεοί, γιατί μέσα μας κατοικούν ψυχές αθάνατες και αδιάφθαρτες".
Ο Ησίοδος ακόμη στη Θεογονία του υπαινίσσεται τη Θεϊκή καταγωγή της ψυχής αλλά ταυτόχρονα επεσήμανε και τη θνητή υπόσταση του ανθρώπου, απευθυνόμενος δε προς τις Μούσες, τις παρότρυνε: "Υμνήστε των αθανάτων το Ιερό γένος, που αιώνια ζουν, αυτούς που από τη γη γεννήθηκαν και τον έναστρο ουρανό". Την αθανασία της ψυχής, αποδέχονται και άλλες μεγάλες προσωπικότητες της πνευματικής ζωής της αρχαίας Ελλάδας, όπως ο τραγικός ποιητής Σοφοκλής, ο οποίος ενστερνιζόμενος την αντίληψη ότι η ψυχή απελευθερώνεται μόλις αποδεσμευθεί από το σώμα, ισχυρίζεται ότι το πρώτο από τα αγαθά, είναι να μη γεννηθείς (τελειωθείς πλέον και ανερχόμενος σε Ανώτερα Πεδία), το δεύτερο είναι να πεθάνεις όσο το δυνατόν νωρίτέρα”. Έχοντας διαποτισθεί από ανάλογες αντιλήψεις, ο φιλόσοφος Κλεόμβροτος ο Αμβρακεύς, θα οδηγηθεί στην μέλλουσα ζωή, πηδώντας από έναν πύργο, ενώ ο πασίγνωστος φιλόσοφος Ηγησίας ο Πεισιθάνατος ασκούσε τόσο μεγάλη επιρροή στις τάξεις των μαθητών του, ώστε όταν οι αυτοκτονίες αυξήθηκαν σε σημαντικό βαθμό εξαιτίας των κηρυγμάτων του περί της αξίας του θανάτου και την προσδοκία της μελλούσης ζωής, ο Πτολεμαίος ο Φιλάδελφος έκλεισε τις σχολές του προκειμένου να ανασχέσει αυτό το φιλοσοφικό και κοινωνικό φαινόμενο. ’Αλλο σαφές δείγμα το οποίο υποδηλώνει την προσήλωση στην ιδέα της ψυχικής αθανασίας, προέρχεται από χωρία της Οδύσσειας, όπου εμφανίζεται ο Οδυσσέας, κατερχόμενος στον Άδη, να καλεί τις ψυχές των νεκρών, προκειμένου να συναντήσει και να συμβουλευθεί τον Τειρεσία. Στην Οδύσσεια, ο Όμηρος παραθέτει τον διάλογο που λαμβάνει χώρα ανάμεσα στον Οδυσσέα και στην ψυχή του μάντη Τειρεσία, σύμφωνα με τον οποίο, η ψυχή του μάντη φέρεται να λέει: "Θα προτιμούσα να είμαι δούλος ενός φτωχού αγρότη, παρά να είμαι των νεκρών του Άδη βασιλιάς". Πρόκειται για μία φράση που υποδηλώνει την απέχθεια της ψυχής του νεκρού προς το ζοφερό βασίλειο του Κάτω Κόσμου. Κατά την ομηρική περίοδο, κυριαρχούσε η αντίληψη ότι η ψυχή όχι μόνο ζει μετά την μετάσταση, αλλά ότι καταφεύγει στα οστά του νεκρού. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο οι Έλληνες διατηρούσαν την ωμοπλάτη του Πέλοπος, πιστεύοντας ότι είχαν έτσι εξασφαλισμένη και την συμπαράσταση της ψυχής του. Ο Κίμων ακόμη, πολύ αργότερα, έφερε τα οστά του Θησέως στην Αθήνα, διότι κατ’ αυτόν τον τρόπο θεωρούσαν ότι έτσι επετύγχαναν την υπηρεσία και την βοήθεια της ψυχής του σε αντιξοότητες που ανέκυπταν για την Πολιτεία. Ο Ησίοδος μνημονεύει το γεγονός ότι οι Λακεδαιμόνιοι απέκτησαν "μία μεγάλη ανωτερότητα στις μάχες ενάντια στους 7εγεάτες", όταν μετέφεραν από την Τεγέα στην Σπάρτη τα οστά του Ορέστη. Δεν θα πρέπει επίσης να παραβλεφθεί η παραδοσιακή αντίληψη που διακατείχε τις οικογένειες των νεκρών κατά το απώτατο παρελθόν, ότι τα πνεύματα και οι ψυχές των μεταστάντων της οικογένειας και κατ' επέκταση της φυλής, διατηρούν τους συνεκτικούς τους δεσμούς με τα οικεία τους πρόσωπα. Ασκούν συμβουλευτικό αλλά και προστατευτικό ρόλο επί αυτών, λαμβάνουν μέρος σε πολέμους και αγωνίζονται "υπέρ βωμών και εστιών", πλησίον των ζώντων. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο οι Έλληνες είχαν δει στον Μαραθώνα αλλά και στην Σαλαμίνα, την ψυχή του Θησέως να ηγείται του στρατεύματος και να πολεμά κατά των Περσών, διασπείροντάς τους τον φόβο και τον πανικό. Άλλο σχετικό παράδειγμα συμμετοχής των ψυχών στα εγκόσμια, ενισχύοντας την αντίληψη της ψυχικής αθανασίας, αντλείται από τον επικό κύκλο του Τρωικού Πολέμου. Στην Ιλιάδα συγκεκριμένα, οι Θεοί και οι Θεές, που συνιστούν ψυχές αναχθείσες στην Θεϊκή Τάξη, τοποθετούνταν άλλες μεν υπέρ των Ελλήνων, άλλες δε υπέρ των Τρώων. Επίσης ανάλογη περίπτωση έχουμε και με το περιστατικό του Κλεισθένους, τυράννου της Συκιώνος, ο οποίος πολεμώντας τον Άργο, φρόντισε να εξασφαλίσει από τη Θήβα τα οστά του Μελανίππου και του Μενεσθέως, δύο επιφανών πολεμικών μορφών του Θηβαϊκού κύκλου, προκειμένου να αντιτάξει τον δυναμισμό της ψυχής τους στον ήρωα του Άργους Άδραστο. Ανάλογα και οι Έλληνες της Ομηρικής περιόδου καλούσαν τις ψυχές των νεκρών με τα ονόματά τους, κάνοντας γι' αυτούς ειδικές σπονδές με γλυκό κρασί καθώς και με μελόνερο με πασπαλισμένο αλεύρι (Οδύσσεια). Από αυτή την περιγραφή, διαφαίνεται ότι οι αρχαιοέλληνες είχαν καθιερώσει τις χοές ως ένα είδος τελετουργικής επικλήσεως, το οποίο συνεδύαζε τον εξευμενισμό με την έκκληση προς τις ψυχές. Οπωσδήποτε όμως υπήρχαν και ειδικές τελετουργίες με ψυχολατρικές διαστάσεις, οι οποίες εκτελούνταν σε Ιερούς χώρους, στα επωνομαζόμενα Νεκυμαντεία, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και το Ψυχοπομπείο του Ταινάρου. Σύμφωνα με την Αρχαιοελληνική εξ’ άλλου αντίληψη, η ψυχή αφού υποστεί τη διαδικασία της ψυχοστασίας, στη συνέχεια προπαρασκευάζεται για την προσεχή της επανενσάρκωση, για τα δε αδικήματα που διέπραξε, καλείται να αντιμετωπίσει τη Θεά Νέμεση και τις Ερινύες, οι οποίες και την καταδιώκουν ανηλεώς. Κατά την μεταομηρική περίοδο η οποία τελεί υπό την ιδεολογική επίδραση του Ηρωικού στοιχείου, κυριαρχεί η αντίληψη ότι η ψυχή του τεθνεώντος Ήρωος ανελίσσεται, ακολουθώντας την Ατραπό της Θεώσεως. Πότε όμως και γιατί επέρχεται ο θάνατος και ποιά είναι η αναγκαιότητα που τον επιβάλλει; Αναμφίβολα ο θάνατος δεν συνιστά παρά το βιολογικό τέλος το οποίο επισφραγίζει είτε μία δυσαρμονική κατάσταση, είτε δίνει τέλος στην κατάρρευση του οργανισμού η οποία επέρχεται από την νέκρωση των περισσοτέρων κυττάρων του, καθώς πλέον δεν είναι σε θέση να τα αντικαταστήσει με την δημιουργία νέων και υγιών. Ο Πλάτων τόσο στον Ύίμαιο" και στον "Θεαίτητο" όσο και στον διάλογο "Φαιδρός", διαπραγματεύεται το ζήτημα της Αθανασίας της Ψυχής: "Κάθε ψυχή είναι αθάνατη, διότι κάθε τι που κινείται από μόνο του είναι αθάνατο. Κάθε άλλο όμως, που κάτι άλλο κινεί και από κάτι άλλο κινείται, όταν τερματίζει την κίνησή του τερματίζει και τη ζωή του. Μόνο λοιπόν αυτό που κινεί το ίδιο τον εαυτό του είναι και πηγή κίνησης για το υπόλοιπα, όσα κινούνται, επειδή ακριβώς ποτέ δεν εγκαταλείπει τον εαυτό του. Η αρχή επομένως, είναι κάτι που δεν δημιουργείται. Διότι κατ' ανάγκη, κάθε τι που δημιουργείται οφείλει τη δημιουργία του σε μία αρχή. Η αρχή όμως σε τίπστε. Διότι εάν η αρχή πραγματοποιείται από κάτι άλλο, δεν θα ήταν δυνατό να ονομασθεί αρχή. Εφ' όσον λοιπόν δεν δημιουργείται, αναγκαστικά είναι και άφθαρτη. Διότι εάν πραγματικά χαθεί η αρχή, ούτε η ίδια είναι δυνατόν να δημιουργήσει κάτι άλλο, ούτε κάτι άλλο από αυτήν, εάν αναγκαστικά τα πάντα οφείλουν τη δημιουργία τους σε μία αρχή. Έτσι λοιπόν η αρχή της κίνησης είναι το ον εκείνο που κινεί μόνο του τον εαυτό. Αυτό μάλιστα δεν είναι δυνατό ούτε να χαθεί ούτε να γεννηθεί, διαφορετικά και ολόκληρος ο ουρανός και στο σύνολό της η δημιουργία θα καταποντισθούν και θα σταθούν και ποτέ δεν θα έχουν αρχή, από την οποία θα κινηθούν και πάλι. Αφού λοιπόν αποδείξαμε πως είναι αθάνατο αυτό που κινεί τον εαυτό του, δεν θα διστάσει κανείς να ομολογήσει ότι και η ουσία και η αιτία ύπαρξης της ψυχής είναι αυτή η ίδια η ύπαρξη. Διότι κάθε σώμα στο οποίο η κίνηση προέρχεται από εξωτερικές δυνάμεις, είναι άψυχο. Αυτό όμως στο οποίο η κίνηση προέρχεται από τον ίδιο τον εαυτό του, είναι έμψυχο και τέτοιου είδους είναι η φύση της ψυχής. Αν όμως αυτό έτσι έχει, εάν δηλαδή αυτό που κινεί μόνο του τον εαυτό του δεν είναι τίποτε άλλο παρά η ψυχή, αναγκαστικά η ψυχή θα είναι κάτι αδημιούργητο και αθάνατο...''.
Ο Σωκράτης, δια της μεταστάσεώς του, διδάσκει στους μαθητές του την αρχή της Αθανασίας της Ψυχής. Στον "Φαίδωνα" αναπτύσεται η σχετική σωκρατική αντίληψη με ιδιαίτερη ευκρίνεια: Εκείνος που χρησιμοποιώντας καθαρή διάνοια επιδιώκει να συλλάβει την εσωτερική έννοια των πραγμάτων, απαλλαγμένος, όσο μπορεί από τα μάτια και τα αυτιά και όλο γενικά το σώμα, που ταράζει την ψυχή και δεν την αφήνει να αποκτήσει την αλήθεια και τη φρόνηση. Θάνατος δεν ονομάζεται η λύση και ο χωρισμός της ψυχής από το σώμα. Να λύνουν όμως την ψυχή πιο πολλή προθυμία δείχνουν πάντα μόνο εκείνοι που φιλοσοφούν αληθινά και το μελέτημα τούτο είναι χαρακτηριστικό των φιλοσόφων, η λύση και ο χωρισμός της ψυχής από το σώμα. Όπως ανέφερα στην αρχή, θα ήταν φαιδρό ο άνθρωπος να προπαρα- σκευάζεται σε όλη του τη ζωή για να είναι είναι κοντά στον θάνατο και να αγανακτεί σαν έρθει τέλος σ' αυτόν...". Και προσθέτει: "Και μεν το σώμα εστίν ημίν σήμα, της δε ψυχής τούτο". Στον "Γοργία" ο μεγάλος μυσταγωγάς Σωκράτης εκφράζει την ακόλουθη αντίληψη: "Ποιός γνωρίζει εάν η ζωή είναι θάνατος και ο θάνατος ζωή;". Επανερχόμενοι στις σωκρατικές διδαχές,διαπιστώνεται ότι ο Σωκράτης διαμόρφωσε την ηθική του στάση με γνώμονα την επιδίωξη της απελευθερώσεως της ψυχής από το θνητό της περίβλημα, το σώμα. Σύμφωνα προς αυτήν, η ψυχή με την επανενσάρκωσή της διέρχεται μέσα από τη λήθη και κατά συνέπεια δεν διατηρεί μνήμες από τις προηγούμενες ενσαρκώσεις της. Σε σχέση με το γεγονός αυτό, υφίσταται μία σκοπιμότητα η οποία άπτεται του ιδίου του σχεδιασμού της ζωής. Η ψυχή δεν διατηρεί μνήμες από πρώτερες ενσαρκώσεις της, ώστε να έχει την ευχέρεια να δοκιμασθεί εκ νέου και μέσα από την υπέρβαση των δοκιμασιών που υφίσταται, να εξελιχθεί και να ανελιχθεί. Ωστόσο η ανάμνηση των αιωνίων αρχετύπων υφίσταται υποσυνείδητα. Επειδή η ψυχή είναι άμεσα συνυφασμένη με το Αιώνιο Ον, όταν παραμείνει μόνη της, αποχωριζόμενη από το σώμα, επανακτά τις αναμνήσεις της και επανευρίσκει την Αιώνια Αλήθεια. Τίθεται επομένως το ζήτημα της αθανασίας της ψυχής, όντας αχώριστη από την Αιώνια Αρχή που κυριαρχεί στο σύμπαν. Αυτή η διαπίστωση παρέχει στον Πλάτωνα την ευχέρεια να ισχυρίζεται στον διάλογο "Θεαίτητος"ότι "Κάθε άνθρωπος έχει εν εαυτώ το θειον Άρχον", μετέχει δηλαδή της Θείας ουσίας, δια του ψυχικού τμήματος της δυαδικής υποστάσεώς του. Γι' αυτό λοιπόν, όταν η ψυχή ερευνά μέσα της πηγαίνει κατ’ ευθείαν στο ον το καθαρό, το αιώνιο, το αθάνατο, το αναλλοίωτο, και συγγενεύοντας συνενώνεται πάντα μαζί του απαλλασσόμενη από την προηγούμενη πλάνη και υπάρχει πάντα αναλλοίωτη, αφού ενώνεται και με το αναλλοίωτο εκείνο ον. Η ψυχική αυτή κατάσταση, ονομάζεται φρόνηση, διατείνεται ο Σωκράτης. Και συνεχίζει στον διάλογο "Φαίδων", υποστηρίζοντας τα κατωτέρω: "Σκέψου λοιπόν αν από όσα είπαμε δεν συμπεραίνεται ότι η ψυχή μεν είναι όμοια με το Θείο, το αθάνατο, το λογικό, το αδιάλυτο, και πάντα ίσο, προς τον εαυτό του, ενώ το σώμα είναι όμοιο με κάθε τι ανθρώπινο, θνητό, άλογο, διαλυτό και ουδέποτε ίσο προς τον εαυτό του...". Στο έργο του Πλάτωνος "Αξίοχος", ο Σωκράτης υποστηρίζει ότι αφ' ης στιγμής η σύνθεση σώματος-ψυχής παύσει να υφίσταται και η ψυχή εγκατασταθεί πλέον σε οικείο της τόπο, δηλαδή στο Ουράνιο πεδίο, το εναπομείναν σώμα δεν αποτελεί τίποτε άλλο παρά χώμα στερούμενο λογικής και άρα δεν αποτελεί πλέον άνθρωπο. "Ημείς μεν γαρ εσμέν ψυχήν", υποστηρίζει και η ψυχή είναι ένα ζώο αθάνατα εγκλωβισμένο σε θνητό φρούριο, διδάσκει ανά τους Αιώνες ο μύστης Σωκράτης. Στον Αξίοχο, επίσης, ο Σωκράτης υποστηρίζει ότι η ψυχή μετέχει των ανθρωπίνων δοκιμασιών και πόνων ως συνάλγουσα, επιζητώντας πάντοτε όμως τον συγγενή της αιθέρα. Επομένως, η μετάσταση, συνιστά μεταβολή κακού σε καλό. " Ώστε η του ζην απαλλαγή κακού τινός έστιν εις αγαθόν μεταβολή". Καταλήγοντας, ο Σωκράτης απευθυνόμενος στον ετοιμοθάνατο Αξίοχο, του λέγει τα ακολουθα: “Ώστε ουκ εις θάνατον αλλά εις αθανασίαν μεταβάλλεις ω Αξίοχε". Στον Φαίδωνα εξ' άλλου υποστηρίζει τα ακόλουθα: 'Το μεν θνητόν αποθνήσκει, το δε αθάνατον σων και αφιάφθορον ρίχεται απών υπεκχώρησαν τω θανάτω". Σύμφωνα με την σωκρατική αντίληψη, όπως αυτή προκύπτει από το έργο "Απομνημονεύματα" του Ξενοφώντος, και τα ζώα διαθέτουν ψυχή, πλην όμως ο Δημιουργός επιμελήθηκε ώστε ο άνθρωπος να αποκτήσει ψυχή αρίστη, δηλαδή απείρως εξελιγμένη. Η ειδοποιός διαφορά μεταξύ ανθρώπων και ζώων. έγκειται στο γεγονός ότι ο μεν άνθρωπος είναι αυτοσυνείδητος, ενώ τα ζώα όχι. Επιπροσθέτως στον "Φίληβο", ο Σωκράτης εκθέτει την αντίληψη ότι "Σοφία μην και νους άνευ ψυχής ουκ αν ποτέ γενοίσθην" δηλαδή νους και σοφία άνευ ψυχής δεν δύνανται να υπάρξουν. Επίσης οι Στωϊκοί φιλόσοφοι, έχοντας δεχθεί επιρροές από την πλατωνική διδασκαλία, δέχονταν ότι η ψυχή αποτελεί τμήμα της αναπόσπαστης ψυχής του Κόσμου. Ακόμη και αυτός ο ορθολογιστής Αριστοτέλης, ο οποίος αντέκρουε τις πλατωνικές ιδέες περί μετεμψυχώσεως και ψυχικής αθανασίας, υπεστήριζε ότι η ψυχή ταυτίζεται με το στοιχείο της ζωής.
Ο Πλάτων υπεστήριξε ότι η ψυχή είναι τρισυπόστατη, δηλαδή διακρίνεται σε τρία επιμέρους τμήματα. Πρόκειται για το θυμοειδές και επι- θυμητικόν, καθώς και για την ανώτερη ψυχή, η οποία προϋπάρχει της ανθρώπινης γεννήσεως στο γήϊνο πεδίο και επιζεί της μεταστάσεώς της. Πρέπει να αναφερθεί ότι ο Πλάτων, όντας μυημένος,προσέδιδε στην Ψυχή έναν καταφανώς εσωτερικό συμβολισμό, σύμφωνα με τον οποίο η ψυχή απεικονιζόταν ως ένα ζεύγος φτερωτών αλόγων, αγόμενα από τον ηνίοχο. Ο ηνίοχος, που αλληγορικά αντιστοιχεί στον Νου, από κοινού με το λευκό άλογο που αντιπροσωπεύει το θυμικό, προσπαθούν να συμμορφώσουν το μελανό άλογο το οποίο ανταποκρίνεται στο επιθυμητικό, ώστε ευθυγραμμιζόμενο προς τον προορισμό τους, να πορευθούν προς την ουράνια ανάταση, στην οποία οδηγεί η πορεία προς τον μυητικό Όλυμπο. Ακριβώς στο σημείο αυτό πραγματοποιείται σαφής μνεία στις δύο πολικότητες οι οποίες διαπερνούν ολόκληρο το σύμπαν, στη θετική και στην αρνητική δύναμη, η σύνθεση των οποίων άγει και υπηρετεί τον σκοπό της Δημιουργίας. Σύμφωνα εξ’ άλλου με τον Πλατωνικό διάλογο Τίμαιος", η γένεση της ψυχής του κόσμου ανάγεται στον Ύπατο θεό Δία, στον θεϊκό Τεχνίτη, διαχεόμενη σε ολόκληρη την έκφανση της δημιουργίας. Επιπροσθέτως στη Ζ’ Επιστολή του Πλάτωνος, εκφράζεται η αντίληψη ότι η ψυχή είναι αθάνατη, βρίσκει δε απόλυτη ανταπόδοση για τις πράξεις της μόνο όταν απαλλαγεί από το σωματικό της περίβλημα, οπότε έχοντας καθαρθεί ολοκληρωτικά και εξελιχθεί, μεθίσταται πλέον στα Ηλύσια Πεδία. Η υπέρτατη αρχή στο Σύμπαν, δημιούργησε τον άνθρωπο κατ' εικόνα και καθ’ ομοίωσή του. Αστό το βαρυσήμαντο γεγονός υποδηλώνει άλλωστε και η ετυμολογική ανάλυση της λέξεως “Άνθρωπος". Ο Άνω Θρώσκων, αυτός που τείνει θα λέγαμε συμβολικά προς τα πάνω, αυτός που είναι προορισμένος να επιτελέσει το σχέδιο της Ανατάσεως. Δεν θα είχε κανένα νόημα η εξελικτική συνέχεια του Πολιτισμού, δεν θα είχε καμμία σημασία η τάση για πρόοδο και ανύψωση σε όλες τις εκφάνσεις του πολιτιστικού γίγνεσθαι, εάν τα πάντα ήταν φθαρτά, εφήμερα, παροδικά. Κάτι τέτοιο όμως δεν συμβαίνει. Οι φυσικοί νόμοι διδάσκουν ότι τίποτε δεν πεθαίνει, απλά όλα μεταβάλλονται. Όπως προαναφέρθηκε, ο ψυχικός παράγοντας και η αείζωη ιδιότητα - ποιότητα αυτού, αναδείχθηκε μέσω των αρχέγονων μυστηριακών θεσμών. Ο βαθύτερος σκοπός των μυσταγωγικών θεσμοθεσιών ήταν η δια τελετουργικών πράξεων Αφύπνιση του Εσώτερου, Αθάνατου, Εαυτού, η ψυχική και πνευματική ανάταση, ο εξαγνισμός και η ανύψωση στον Μυητικό Όλυμπο με στόχο την κατανόηση του ανθρωπίνου προορισμού και τη βαθμιαία επίτευξη της αυτογνωσίας. Τα Ελευσίνια, όπως και όλα τα πανάρχαια Ελληνικά Μυστήρια, δίδασκαν δια της αλληγορίας και των συμβολισμών ότι η Ζωή εκδηλώνεται κατά περιοδικό τρόπο άλλοτε στο γήινο επίπεδο, δια της παρουσίας της Περσεφόνης στον κόσμο των ζώντων, και άλλοτε στον κάτω κόσμο, στο πεδίο των ψυχών δια της παρουσίας της στο βασίλειο του Άδη. Η αληθινή ευτυχία δεν συνίσταται στην απόκτηση απλά ορισμένων υλικών αγαθών, είναι συνυφασμένη με την εμπέδωση ορισμένων ψυχικών αρετών και εσωτερικών ιδιοτήτων, μεταξύ των οποίων διακρίνουμε το θάρρος, την ευθύτητα στον χαρακτήρα και την ευφυΐα, σύμφωνα με τον διάλογο "Ευθυδημος" του Πλάτωνος. Ίσως βέβαια να υποστηριχθεί η άποψη ότι η ευτυχία στο εξωτερικό επίπεδο διακόπτεται από το οριακό γεγονός του θανάτου, το οποίο νεκρώνει κάθε βιολογική διεργασία του ζώντος οργανισμού. Ωστόσο, όμως, ο κατά τον Πυθαγόρα Γεωμέτρης του Σύμπαντος, ο οποίος έθεσε τα πάντα σε τάξη ηπως επιμαρτυρεί ο Πλάτων στον διάλογο "Φιληβος" μερίμνησε ωστε η αδιάκοπη εναλλαγή θανάτων και γεννήσεων να προσδίδει στην εξελικτική πορεία της ύλης, μία συμβολική συνέχεια, μία αέναη ανακύκλωση. Η ψυχή στο αιώνιο ταξίδι της, ακολουθώντας τον Θεό και περιφρονώντας αυτό που άτοπα ονομάζουμε όντα και σηκώνοντας το βλέμμα της προς το μόνο πραγματικό Ον, το είχε θαυμάσει και ξαναθυμάται αυτό που είχε δει, υποστηρίζει ο Πλάτων στον "Φαιδρό", κάνοντας λόγο για τα Αιώνια Αρχέτυπα. Τι επιζητεί όμως η ψυχή. εδραζόμενη εντός της ύλης; Αναμφίβολα επιζητεί το νοητό Αγαθό, το οποίο μόνο μέσα στον Απόλυτο κόσμο των ιδεών ανευρίσκεται. Στην αρχή της εργασίας αυτής υποστηρίχθηκε ότι σύμφωνα με τις αρχέγονες αρχαιοελληνικές μυστηριακές αντιλήψεις, το πνευματικό στοιχείο και η ψυχή ζωτικοποιούν την ύπαρξη. Αυτή ακριβώς η αντίληψη ενυπάρχει αυτούσια στην αρχαία ελληνική φιλοσοφική σύλληψη όπου σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, στο έργο του "Περί Ψυχής" υποστηρίζεται ότι η ψυχή παρέχει στο ζωντανό ον εντός του οποίου εισέρχεται, την εμψυχωτική κίνηση και την αίσθηση. Η δε ψυχή του Κόσμου, τυγχάνει αλάνθαστη, όπως προκύπτει από τους "Νόμους" του Πλάτωνος. Ποιες είναι όμως οι ιδιότητες που χαρακτηρίζουν την Ψυχή; Η Ψυχή κατ’ αρχήν είναι αόρατη, νοητή και θεία διατείνεται ο μυσταγωγός Πλάτων στο "Φαίδωνα".Διάνοια και Ψυχή βρίσκονται σε άμεση συνάφεια. Μέσω της γυμναστικής και του χορού, η ψυχή επιδιώκει να εμφυτεύσει τους αμετάβλητους και ακατάβλητους νόμους της Αρμονίας εντός του σώματος το οποίο εμψυχώνοντας καλείται παράλληλα και να διαπλάσσει. Ας προσέξουμε την υψηλή αντίληψη της πλατωνικής διδασκαλίας για τον καθο- δηγητικό ρόλο που ασκεί η ψυχή, μία αντίληψη η οποία δικαιολογείται, βρίσκοντας άλλωστε την ιστορική της δικαίωση μέσα από την ανωτερότητα του ίδιου του Ελληνικού Πολιτισμού. Μέσα από τήν ύψιστη εμπειρία της πνευματικής καθοδηγήσεως του σώματος, καθίσταται αντιληπτή η ηγεμονική φύση της ψυχής. Γιατί όμως η ψυχή ενσαρκώνεται στην ύλη; Στο καίριο αυτό ερώτημα, προηγήθηκε η απάντηση, υποστηρίζοντας ότι μέσω των διαδοχικών ενσαρκώσεων η ψυχή σταδιακά τελειοποιείται, δηλαδή φροντίζει για τον εαυτό της, όπως αποφαίνεται ο Πλάτων στην Απολογία του Σωκράτους, στον Φαίδωνα αλλά και στους Νόμους. Παράλληλα, όμως, ο Πλάτων στον "Φαίδρο" μας αποκαλύπτει και έναν άλλο επιπρόσθετο και εξ’ ίσου σημαντικό ρόλο που ωθεί την ψυχή στην διαδικασία της ενσαρκώσεως. Η Ψυχή είναι επιφορτισμένη να εμψυχώνει αυτό που είναι στερημένο από ψυχή, δηλαδή εμψυχώνοντας τον προηγουμένως άψυχο άνθρωπο, του παρέχει τη δυνατότητα να ανυψωθεί στη Θεϊκή τάξη, κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση του Ύπατου Δημιουργού, έχοντας μέσα του πλέον εμφωλεύσει ο σπινθήρας του Θείου Πνεύματος.
Η Αγία Γραφή το λέει καθαρά. Εκείνο που δίνει απροσμέτρητη αξία στον άνθρωπο είναι η αθάνατη ψυχή. Χάρη σ’ αυτήν ονομάσθηκε ο άνθρωπος βασιλιάς της κτίσεως, παιδί του Θεού, προορισμένος να ζήσει στην αιωνιότητα και να κληρονομήσει τη βασιλεία των ουρανών. Γι’ αυτή την ψυχή, τον ατίμητο θησαυρό, μιλούσε ο Κύριος και έλεγε: «Τι ωφελείται ο άνθρωπος αν κερδίσει όλο τον κόσμον, αλλά ζημιωθεί την ψυχή του;». Οι αναφορές της Αγίας Γραφής στην αθανασία της ψυχής και τη μετά θάνατο ζωή είναι αναρίθμητες. Νομίζουμε πως αρκεί να δούμε τι λέει το τελευταίο βιβλίο της Αγίας Γραφής για αυτό το θέμα: « Είδα κάτω από το ουράνιο θυσιαστήριο τις ψυχές εκείνων, που είχαν σφαγεί για το λόγο του Θεού και για την πίστη στο Χριστό… Και δόθηκε στον καθένα απ’ αυτούς στολή λευκή και τους ειπώθηκε να ξεκουραστούν ακόμη λίγο καιρό, μέχρι να ολοκληρώσουν και οι σύνδουλοί τους στη γη και οι αδελφοί τους που πρόκειται να σκοτωθούν όπως και αυτοί» (Αποκάλυψη). Είναι φανερό ότι αναφέρεται σε ψυχές ζωντανές και με πλήρη συνείδηση, που ζουν και επικοινωνούν μεταξύ τους. Παρόμοιες αλήθειες εκφράζουν και οι Πατέρες της Εκκλησίας. Η ψυχή, κατά το Μ. Αθανάσιο, είναι αυθυπόστατη και αυτοκίνητη. Αυτή κινεί το σώμα και η ίδια δεν κινείται από άλλη δύναμη. Επομένως αφού η ψυχή κινείται μόνη της και μετά την εκδημία της από το σώμα, μπορεί να κινείται με τις δικές της δυνάμεις. Διότι δεν είναι η ψυχή που πεθαίνει, αλλά επειδή αυτή αναχωρεί, πεθαίνει το σώμα. Αν το υλικό σώμα διαλύεται μετά το χωρισμό του από την ψυχή, όμως δεν ισχύει το ίδιο και για την πνευματική φύση της ψυχής. Αυτή εξακολουθεί να ζει. Η διδασκαλία του Χριστιανισμού είναι ξεκάθαρη. Τι άλλο μαρτυρεί η υπόσχεση του Χριστού στο μετανοημένο ληστή πάνω στο σταυρό; «Σήμερον μετ’ εμού έση εν τω παραδείσω». Συνδέει τη μία ζωή με την άλλη χωρίς να μεσολαβεί τίποτε. Ο ληστής ζήτησε από τον Κύριο να τον θυμηθεί. Και ο Χριστός του παραχωρεί θέση μαζί Του στον Παράδεισο. Και του την παραχωρεί όχι στο απώτερο μέλλον, αλλά στο άμεσο παρόν, σήμερα πριν ο ήλιος δύσει. Η ψυχή, λοιπόν, του πιστού, ευθύς μετά την εκδημία, μεταφέρεται σε τόπο όπου είναι ο Χριστός. Και όλα αυτά με πλήρη συνείδηση και εγρήγορση. Πώς αλλιώς θα ερμηνεύσουμε την επιθυμία του αποστόλου Παύλου, «επιθυμώ να πεθάνω και να είμαι μαζί με το Χριστό». Η άμεση αυτή κοινωνία και επικοινωνία των ψυχών με το Χριστό είναι γι’ αυτές πηγή χαράς, ειρήνης, αναπαύσεως. Προαπολαμβάνουν πνευματικά αγαθά, έως ότου αναστηθούν και τα σώματα άφθαρτα, για να συναπολαύσουν «ά οφθαλμός ουκ είδε και ους ουκ ήκουσε και επί καρδίαν αναθρώπου ουκ ανέβη…». Βρίσκονται επομένως μακριά από τη χριστιανική διδασκαλία, όσοι νομίζουν ότι οι ψυχές φθείρονται ή εξαφανίζονται ή κοιμούνται ή ναρκώνονται ή μετασαρκώνονται μετά την εκδημία. Οι ψυχές και μετά το θάνατο του σώματος εξακολουθούν να ζουν, να αισθάνονται, να γνωρίζουν και να αναγνωρίζουν με πλήρη αυτοσυνειδησία. Η Δευτέρα Παρουσία του Χριστού, λοιπόν, η ανάσταση των νεκρών και η κρίση, ο αιώνιος παράδεισος και η αιώνια κόλαση, είναι πράγματα βασικά και αναμφισβήτητα για τους χριστιανούς. Ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός μίλησε γι’ αυτά, είναι η υπόσχεση που έδωσε στους ανθρώπους και δεν υπάρχει καμία πιθανότητα να είναι ψέματα ή παραμύθια. Στο θέμα αναφέρεται ιδιαίτερα το τελευταίο βιβλίο της Αγίας Γραφής, η Αποκάλυψη, που έγραψε ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος, ο μαθητής του Χριστού και συγγραφέας του κατά Iωάννην ευαγγελίου. Στα τελευταία κεφάλαιά της, η Αποκάλυψη μιλάει με έντονες περιγραφές γι’ αυτά τα θέματα και κλείνει με μια υπέροχη περιγραφή του παραδείσου και μια προσευχή για να ξανάρθει ο Κύριος γρήγορα, όπως υποσχέθηκε, να μην αργήσει. Σε πάρα πολλά ακόμη σημεία της Αγίας Γραφής αναφέρεται η επιστροφή του Ιησού Χριστού, η ανάσταση των νεκρών και η κρίση των ανθρώπων. Με την κρίση αυτή (που θα την κάνει ο ίδιος ο Χριστός ως βασιλιάς του κόσμου), θα τοποθετηθούμε τελικά, όλοι οι άνθρωποι, όλων των λαών και των θρησκειών, είτε σε αιώνιο παράδεισο είτε σε αιώνια κόλαση. Όλοι οι άνθρωποι, όλων των θρησκειών, θα κριθούν από το μοναδικό αληθινό Θεό, τον Ιησού Χριστό, και θα ζήσουν αιώνια στον ίδιο, παράδεισο και στην ίδια κόλαση με τους χριστιανούς. Δε θα κριθούν οι πιστοί κάθε θρησκείας από κάποιους δικούς τους θεούς, γιατί στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν άλλοι θεοί εκτός από ένα Θεό, την Αγία Τριάδα. Πώς όμως θα κριθούν οι πιστοί των άλλων θρησκειών; Βλέπουμε ότι σε όλες τις θρησκείες υπάρχουν καλοί και ταπεινοί άνθρωποι. Όμως στις διάφορες θρησκείες, έξω από την Ορθοδοξία, υπάρχουν επίσης και διδασκαλίες που ανακατεύουν την αλήθεια και το ψέμα, καθώς επίσης και λατρείες σε, «θεούς» σκληρούς, επικίνδυνους και σκοτεινούς. Όλα αυτά σίγουρα επηρεάζουν τη σωτηρία των ανθρώπων. Επίσης, λείπουν από εκεί το βάπτισμα, η θεία Μετάληψη, η εξομολόγηση και όλα τα εφόδια που προσφέρει ο Χριστός μέσω της Εκκλησίας για να γίνει άγιος ο άνθρωπος. Έτσι, ο ίδιος ο Χριστός έδωσε εντολή στους μαθητές Του και κατ’ επέκτασιν σε όλους μας να διαδίδουμε το μήνυμά Του σε όλους τους λαούς να μιλάμε για το Χριστό και την Eκκλησία Του σε όλους τους ανθρώπους, για να σωθούν όσο το δυνατόν περισσότεροι (κατά Ματθαίον ευαγγελίου). Αυτό μόνο μπορούμε να ξέρουμε με σιγουριά. Επιθυμία και αγώνας μας είναι να σωθούν όλοι οι άνθρωποι.
Πηγή: http://thesecretrealtruth.blogspot.com/2013/01/blog-post_3186.html
https://xfd.gr/keimena/κοινωνία/αναζητήσεις/τι-σημαίνει-ότι-οι-ψυχές-είναι-αθάνατε
http://orthodoxanswers.gr/η-δευτέρα-παρουσία-η-ανάσταση-των-νεκρ/


Κυριακή, 16 Ιουλίου 2017

Τα Ομαδικα αθλητικά παιχνίδια με σφαίρα(μπάλα) στην Αρχαία Ελλάδα

Οι αρχαίοι Έλληνες έδιναν μεγάλη σημασία στο παιχνίδι και στο ρόλο του. Αφιέρωναν μεγάλο μέρος του ελεύθερου χρόνου τους σε ομαδικά παιγνίδια και σε αγώνες, στους δρόμους, τις αυλές των σπιτιών και είχαν πάντα σαν στόχο να υπάρχουν κανόνες και να τηρούνται.  Ο Πλάτωνας τόνιζε την ανάγκη να αφήνουν τα παιδιά να παίζουν ως τα έξη τους χρόνια, με όποια παιγνίδια ήθελαν και όπως ήθελαν, ενώ ο Αριστοτέλης συμβούλευε τους γονείς να δίνουν όσο γίνεται πιο πρωτότυπα παιγνίδια, για να αφοσιώνονται σ’ αυτά και να ενοχλούν λιγότερο και ταυτόχρονα να αναπτύσσουν δημιουργική φαντασία. Σφαίρα, η  μπάλα, το τόπι. Όπως και σήμερα παίζονταν πολλά παιγνίδια με την μπάλα. Κάποια που τα ονόμαζαν ουράνια σφαίρα και ήταν το πέταγμα της στον αέρα, απόρραξις που ήταν το χτύπημα της στον τοίχο ή στο έδαφος, επίσης άλλοι τρόποι παιξίματος ήταν: το χτύπημα της με κάποιο αντικείμενο (ξύλο ή ρακέτα),  το να σημαδέψει κάτι μ΄ αυτήν ή να την ρίξει μέσα σ΄ ένα αγγείο ή μια τρύπα. Όλες αυτές οι χρήσεις της μπάλας τις βρίσκουμε σε πολλά σημερινά παιγνίδια.
Μεγάλες εκπλήξεις επιφύλασσε η έρευνα για τα παιχνίδια που παίζονταν από τους αρχαίους Ελληνες και τους Βυζαντινούς. Μια απ' αυτές αφορά το ποδόσφαιρο, το οποίο δείχνει να έλκει την καταγωγή του από την Αρχαία Ελλάδα. Η έρευνα εντόπισε περίπου 150 σε μια διαδρομή 3.200 χρόνων -καταγράφονται στο υπό έκδοση βιβλίο του ερευνητή- συγγραφέα κ. Χρήστου Λάζου «Παίζοντας στο χρόνο», εκδ. Αίολος. Εντυπωσιακή είναι η διαπίστωση ότι αρκετά από αυτά παίζονται ακόμη και σήμερα στην Ελλάδα, στις αυλές των σχολείων και στα σπίτια με μικρές παραλλαγές, ίσως και άλλα ονόματα. Το σκάκι, το τάβλι, τα ζάρια, η τρίλιζα, η κούνια, το τσέρκι, πολλά παιχνίδια με μπάλα, οι κούκλες (πλαγγόνες, στην αρχαιότητα), οι οποίες θεωρούνται το πιο διαχρονικό παιχνίδι του κόσμου (ο Φοίβος και η Αθηνά των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004), τα ομοιώματα ζώων και αντικειμένων, τα παιχνίδια με τα ζώα, τα πουλιά ή τα έντομα είναι μερικά από εκείνα που έπαιζαν οι αρχαίοι μας πρόγονοι, ενώ τα ζάρια ήταν ένα από τα αγαπημένα παιχνίδια των Βυζαντινών -λαού και αυτοκρατόρων- που ποντάριζαν σ' αυτά περιουσίες ολόκληρες παρά τις ποινές που επέσυραν. Η πολύχρονη έρευνα του κ. Χρ. Λάζου, λοιπόν, έδειξε ότι η ομορφιά και φαντασία των αρχαιοελληνικών και βυζαντινών παιχνιδιών, τα οποία διακρίνονται τόσο για την ποικιλία τους όσο και για την πολυπλοκότητά τους, επέζησε στα σημερινά παιχνίδια. Ακόμη και το ποδόσφαιρο, ο βασιλιάς των σπορ, που σήμερα συναρπάζει και συγκινεί εκατομμύρια ανθρώπους σε όλο τον κόσμο έχει ρίζες στην αρχαία Ελλάδα. Τρανταχτή απόδειξη ότι οι αρχαίοι Ελληνες έπαιζαν ένα παιχνίδι που έχει άμεση σχέση με το σημερινό ποδόσφαιρο ή κάτι που θα μπορούσε να θεωρηθεί πρόδρομός του, το ανάγλυφο σε μαρμάρινη επιτύμβια λουτροφόρο λήκυθο του 4ου αιώνα π.Χ. η οποία βρίσκεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Αθήνας. Παριστάνει έναν γυμνό έφηβο, ο οποίος έχει εναποθέσει το ρούχο του πάνω σε μια στήλη και με μια ιδιαίτερη τεχνική κίνηση ισορροπεί στο δεξί του πόδι μια μεγάλη σφαίρα. Μπροστά του ένας δούλος παρακολουθεί με θαυμασμό και η όλη εικόνα θυμίζει έναν σημερινό πιτσιρικά που παρακολουθεί έναν ποδοσφαιριστή να κάνει επίδειξη δεξιοτεχνίας. Σήμερα, σημειώνει ο κ. Λάζος στο βιβλίο του, το ονομάζουμε ποδόσφαιρο εκείνη την εποχή όμως πώς το ονόμαζαν; H έλλειψη πηγών για ορισμένα από τα 150 παιχνίδια που μελετήθηκαν δεν μας επιτρέπει να γνωρίζουμε την ονομασία τους και την πλήρη ανάπτυξή τους αλλά είναι σίγουρο ότι οι αρχαίοι ημών πρόγονοι είχαν συνδέσει τα παιχνίδια με την παιδιά και τον αθλητισμό έχοντας ως απώτερο στόχο την παιδεία. «Μέσα από τα παιχνίδια στην καθημερινή ζωή, τα παιδιά προετοιμάζονταν να γίνουν οι αυριανοί πολίτες», λέει στην «K», μεταφέροντας μόνο μία από τις αξίες των αρχαίων και βυζαντινών παιχνιδιών. Τα όσα έφερε η έρευνα στο φως θα μπορούσαν να αποκαταστήσουν ιστορικές αλήθειες για την προέλευση ορισμένων παιχνιδιών, την ανακάλυψη των οποίων σήμερα καπηλεύονται κάποιοι άλλοι λαοί. Το άθλημα του ποδοσφαίρουπου παιζόταν με μπάλα στην αρχαία Ελλάδα, λεγόταν «επίσκυρος». Δύο ομάδες, συνήθως δεκατεσσάρων παικτών χωρίζονταν από μία γραμμή, την οποία σχημάτιζαν στο χώμα με πέτρα, την οποία ονόμαζαν «σκύρο». Άλλες δύο γραμμές υπήρχαν πίσω από τις δύο ομάδες. Τοποθετούσαν την μπάλα στην κεντρική γραμμή και η ομάδα που την έπαιρνε πρώτη, έπρεπε να την πετάξει πάνω από την αντίπαλη, η οποία έπρεπε να την πιάσει όσο κινούνταν και να την ξαναπετάξει στην άλλη. Η επίσκυρος παιζόταν κυρίως από άντρες, αλλά σε αυτήν εξασκούνταν και οι γυναίκες. Η μπάλα ήταν φτιαγμένη από κομμάτια δέρματος, ραμμένα μαζί με εντόσθια ζώων. Εξωτερικά ήταν ζωγραφισμένη με έντονα χρώματα. Η Παγκόσμια Ομοσπονδία Ποδοσφαίρου, η FIFA, αναγνωρίζει την  επίσκυρο  ως μία από τις πρώτες μορφές ποδοσφαίρου.
Αγόρια και κορίτσια στην Αρχαιότητα έπαιζαν βέβαια και με τη σφαίρα, δηλαδή τη μπάλα. Οι μπάλες ήταν φτιαγμένες από πολύχρωμα κομμάτια ύφασμα ραμμένα μεταξύ τους κα παραγεμισμένες με αλογότριχες ή άμμο. Λένε πως η Ναυσικά, η κόρη του βασιλιά των Φαιάκων Αλκίνοου, πρώτη σκέφτηκε τα παιχνίδια με τη μπάλα. Ο Όμηρος μάλιστα περιγράφει πως ο Οδυσσέας φτάνοντας στη χώρα των Φαιάκων, βρήκε τη Ναυσικά και τις φίλες της να παίζουν μπάλα στην ακροποταμιά. Ή σφαίρα : Η σφαίρα (μπάλα) στην αρχαία Ελλάδα ήταν κατασκευασμένη από αλογότριχες κι ως εξωτερικό περίβλημα είχε δέρμα ή κομμάτια ύφασμα ραμμένα μεταξύ τους. Την μπάλα δεν τη χτυπούσαν ποτέ με τα πόδια, αλλά έπαιζαν πάντα με τα χέρια. Υπήρχαν διάφορα παιχνίδια με μπάλες. (α) Τα μικρότερα παιδιά έβαζαν στόχο το στόμιο ενός αγγείου. (β) Τα μεγαλύτερα παιδιά έβαζαν για στόχο δύο ξύλα και η μπάλα έπρεπε να περάσει ανάμεσά τους. (γ) Σε ένα άλλο παιχνίδι (το κερητίζειν) οι παίχτες έσπρωχναν μια μικρή δερμάτινη μπαλίτσα με μπαστούνια, που θυμίζουν πολύ τα μπαστούνια του χόκεϊ.
"Έριχνε ψηλά την σφαίρα και την γη που έθρεψε πολλούς άρχισε να κτυπά με προικισμένα πόδια και να κάνη στροφές γρήγορες και εναλλασσόμενες, ενώ οι άλλοι νέοι τον ζητωκραύγαζαν και στον ουρανό υψώνονταν δυνατές φωνές.“ (Οδύσσεια θ 370/375).  Όχι μόνο ποδόσφαιρο αλλά και μπάσκετ έπαιζαν οι αρχαίοι Έλληνες, το παιχνίδι το έλεγαν απόρραξη. Στην απόρραξη έπρεπε να χτυπήσει κανείς τη μπάλα δυνατά στο χώμα και ύστερα να δεχτεί το πήδημα της μπάλας στο χέρι του και να ξαναχτυπήσει. Μετριόταν ο αριθμός των βημάτων-όπως και σήμερα στην καλαθοσφαίριση- και τελικά έπρεπε να μπει σε δοχείο. Χωρίς μεγάλη φαντασία θα μπορούσε να πει κανείς ότι ήταν το μπάσκετ της αρχαιότητος-και μάλιστα ότι το έπαιζαν και γυναίκες. Και επειδή η Ιστορία γράφεται από κατακτητές και εξουσιαστές ενώ η καλή Ιστορία με αποδείξεις και ευρήματα, μπορεί κανείς να δει και να καταλάβει την αλήθεια των αναγραφομένων περί αρχαίων παιχνιδιών, από τις φωτογραφίες αρχαίων ευρημάτων. Παίξτε λοιπόν ποδόσφαιρο τώρα στην Ν. Αφρική και μετά στην Τουρκία μπάσκετ. Αλλά, ξέρουμε από που ξεκίνησαν αυτά τα παιχνίδια.. Θα έχει πλάκα να μας πείτε καινούργιες ιστορίες....Παρακάτω κάποιες ιστορικές αναφορές και φωτογραφίες για το ποδόσφαιρο και το Μπάσκετ στην αρχαία Ελλάδα. “Λέγεται λοιπόν, ω συνομιλητή, πως η γη, εάν την δει κανείς από ψηλά σαν σφαίρες (μπάλες) που αποτελούνται από δώδεκα κομμάτια διαφορετικού δέρματος. Είναι δηλαδή πολύχρωμη σφαίρα και τα μέρη της ξεχωρίζουν από τα χρώματα που έχει το καθένα Πλάτων «Φαίδων» ή περί ψυχής. «Φύγετε νεαροί, αυτό το παιχνίδι με την μπάλα φουσκωμένη από αέρα έχει γίνει για μεσήλικες και παιδιά» Αρριανός ΧΙV 47.
Ο όρος σφαιρίσεις δηλώνει ότι ο Αριστοτέλης δεν αναφέρεται σε ένα μόνο παιχνίδι που παιζόταν με τη μπάλα αλλά σε πολλά. Ποια είναι όμως αυτά τα παιχνίδια, ο Αριστοτέλης δεν μας λέει. Αυτές είναι οι μαρτυρίες για τα παιχνίδια με μπάλα που μπόρεσα να εντοπίσω στα κείμενα μιας περιόδου που ξεπερνάει τους τέσσερις αιώνες: από τη  εποχή της μνημειώδους σύνθεσης της Ιλιάδας, μέσα ή τέλη του 8ου π. Χ. αιώνα μέχρι τα τέλη του 4ου. Περισσότερες πληροφορίες για τα παιχνίδια με μπάλα  στην αρχαία Ελλάδα βρίσκουμε κυρίως στον Αθήναιο (2ος π. Χ. αι.), στο έργο του Δειπνοσοφισταί, και στον Πολυδεύκη (2ος μ. Χ. αι.), στο Ονομαστικόν του. Από μεταγενέστερες πληροφορίες μαθαίνουμε ότι παίζονταν η απόρραξις, το αρπαστόν, η ουρανία, ο επίσκυρος, το «κερητίζειν». Η απόρραξις αναφέρεται από τον Πολυδεύκη (Θ, 103)  και τον Ευστάθιο Θεσσαλονίκης που έζησε τον 12ο μ. Χ. αι. (Ιλ. 1601, 33). Από το όνομα του παιχνιδιού και την περιγραφή του Πολυδεύκη συνάγεται ότι επρόκειτο για ένα ατομικό παιχνίδι επιδεξιότητας: ο παίκτης χτυπούσε μια ελαστική μπάλα  στο έδαφος και μόλις αυτή πηδούσε προς τα πάνω, την ξαναχτυπούσε και μετρούσε τα χτυπήματα. Το αρπαστόν (Αθήναιος, Δειπνοσοφισταί, Ι, 14)  παίζονταν από έφηβους: ένας από αυτούς έριχνε μακριά και ψηλά στον αέρα μια μικρού μεγέθους μπάλα και οι άλλοι πηδούσαν για να την αρπάξουν. Η αρπαγή της μπάλας απαιτούσε άσκηση βίας: οι αγκωνιές, οι κλωτσιές, ιδίως τα σπρωξίματα από το λαιμό και οι γροθιές ήταν απαραίτητες. Πιθανότατα, η ανάγλυφη παράσταση των έξι εφήβων αυτό το παιχνίδι να εικονίζει. Το υιοθέτησαν και το έπαιξαν με ζήλο οι Ρωμαίοι (harmastum). Σύμφωνα με μια θεωρία, το ποδόσφαιρο προήλθε από το harpastum που έπαιζαν οι Ρωμαίοι στην Αγγλία μετά την κατάκτησή της, το 43 μ.Χ. Η επίσκυρος σφαιρα (Πολυδεύκης, Ονομ. Θ 104) ονομάζονταν και επίκοινος ή και εφηβική. Παιζόταν από έφηβους πάνω σε έδαφος που ήταν στρωμένο με χαλίκια (επί-σκυρος): όποιος προλάβαινε και έπιανε τη μπάλα, προφανώς μικρού μεγέθους, την έριχνε με δύναμη πάνω στον άλλον, ο οποίος, προφανώς, έσκυβε για να την αποφύγει ή προσπαθούσε να την πιάσει για να την ρίξει εναντίον άλλου. Θεωρώ, με πολλές επιφυλάξεις, ότι αυτό το παιχνίδι πρέπει να έχει στο μυαλό του ο Πλάτων στον «Ευθύδημο». Το όνομα Ουρανία αναφέρεται από τον Πολυδεύκη (Θ’ 104) και είναι σαφές ότι προέρχεται από την έκφραση ουρανία σφαίρα. Θα πρέπει να είναι το παιχνίδι που παρακολούθησε ο Οδυσσέας στην αγορά των Φαιάκων: η μπάλα πετιέται προς τον ουρανό και οι άλλοι προσπαθούν να την πιάσουν πριν πέσει στο έδαφος. Στο μέσο ανάγλυφης παράστασης σε επιτύμβιο μνημείο του τέλους του 6ου π. Χ αιώνα βλέπουμε δυο αντιμέτωπους παίκτες, σκυφτούς πάνω από μια μικρή μπάλα που βρίσκεται ανάμεσά τους, σαν κι αυτήν του τένις, να προσπαθούν να την μετακινήσουν με ραβδιά που στο κάτω άκρο είναι κυρτά. Αριστερά και δεξιά, δυο έφηβοι σε κάθε πλευρά, παρακολουθούν τους παίκτες, περιμένοντας μάλλον τη σειρά τους να παίξουν. Το ανάγλυφο δείχνει ότι το παιχνίδι αυτό παιζόταν ανάμεσα σε δυο έφηβους, δεν ήταν δηλαδή ομαδικό, αλλά δεν γνωρίζουμε τι προσπαθούν να κάνουν με τη μπάλα. Πιθανότατα, η βασική επιδίωξη των παικτών να ήταν ο έλεγχος της μπάλας και η κατοχή της με την μετακίνησή της προς τα πόδια τους. Δεν γνωρίζουμε με ποιο όνομα ήταν γνωστό αλλά ο Χρ. Δ. Λάζος το αποκαλεί κερητίζειν και βλέπει σε αυτό, όπως και ο Π. Βαλαβάνης, τον πρόγονο του χόκεϊ. Ο πρώτος παρατηρεί ότι «η ομοιότητά του με το σημερινό χόκεϋ είναι εκπληκτική, γεγονός που θα ‘πρεπε να κατευθύνει τις έρευνες γύρω από το χόκεϋ και πως εφευρέθηκε. Το κεφάλαιο για το ποδόσφαιρο στο βιβλίο του βιβλίου του Χρ. Δ. Λάζου για τα παιχνίδια στην αρχαία Ελλάδα και το Βυζάντιο έχει τον εξής τίτλο: «ποδόσφαιρο». Το ερωτηματικό είναι δικό του. Δεν είναι πολύ δύσκολο να καταλάβουμε προς τι τα εισαγωγικά και το ερωτηματικό. Ο συγγραφέας άλλοτε είναι βέβαιος ότι οι αρχαίοι Έλληνες έπαιζαν ποδόσφαιρο κι άλλοτε όχι. Είναι βέβαιος όταν δηλώνει ότι «με ιδιαίτερη ικανοποίηση παρουσιάζω εδώ είδη σφαίρισης που επινόησαν οι Έλληνες, όπως το ποδόσφαιρο, το κρίκετ, το χόκεϋ, ίσως και το μπέιζ-μπολ και το χαντ-μπολ. Να σημειωθεί ότι εκτός από το χόκεϋ, που οι αρχαίοι τα ονόμαζαν κερητίζειν, δεν γνωρίζουμε την ονομασία των υπόλοιπων παιχνιδιών. Υπάρχει, όμως, υλικό το οποίο τα συσχετίζει με τα σημερινά παιχνίδια.» Και, με την ίδια βεβαιότητα, συνεχίζει: «Ωστόσο, τα στοιχεία αυτά πρέπει να χρησιμοποιούνται με επιφύλαξη κι αν είναι δυνατό να διασταυρώνονται. Συμπεριλαμβάνονται εδώ το χόκεϋ (κερητίζειν) και το ποδόσφαιρο και στα απροσδιόριστα το κρίκετ. Υποστηρίχθηκε ότι το χαντ-μπολ είναι η φαινίνδα· εδώ τη συμπεριέλαβα αν και δεν διαθέτω επαρκή στοιχεία ότι πρόκειται για το σημερινό παιχνίδι. Δεν αναφέρω καθόλου το μπέιζ-μπολ ούτε το συσχετίζω με κάποιο αταύτιστο παιχνίδι, πολύ ασαφές, αφού το κεραμικό θραύσμα όπου εικονίζεται δεν επιβεβαιώνεται από πουθενά».  Με την ίδια βεβαιότητα, στα παιχνίδια σφαίρισης συμπεριλαμβάνει, εκτός από το κερητίζειν μόνο το ποδόσφαιρο και το κρίκετ. Η διάσημη πια ανάγλυφη παράσταση σε μια μαρμάρινη επιτύμβια λήκυθο του 4ου π. Χ. αιώνα που βρίσκεται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο της Αθήνας. Στο ανάγλυφο αυτό ένας γυμνός έφηβος έχει σηκώσει το λυγισμένο δεξί του πόδι και πάνω στο μηρό του, σε οριζόντια θέση, ισορροπεί μια μπάλα στο μέγεθος της σημερινής ποδόσφαιρας. Μπροστά του, ένας μικρός δούλος τον παρακολουθεί  με δέος και φαίνεται να τον θαυμάζει. Σχολιάζει ο Χρ. Δ. Λάζος: «Πιθανότατα με μια γνωστή αντιστροφή των ποδιών του ο έφηβος θα μετέφερε τη σφαίρα από το ένα πόδι στο άλλο, όπως κάνουμε και σήμερα στο ποδόσφαιρο.» Πολύ σωστά, ο συγγραφέας παρατηρεί ότι «πρόκειται για άσκηση υψηλής τεχνικής και δεξιοτεχνίας, που εμφανέστατα χρησιμοποιεί μόνο τα πόδια του», αλλά πριν προλάβει να τελειώσει τη φράση του, συμπληρώνει: «Σήμερα το ονομάζουμε ποδόσφαιρο, εκείνη τη εποχή όμως πως το ονόμαζαν;» Αυτή την «άσκηση υψηλής τεχνικής και δεξιοτεχνίας» την ονομάζουμε σήμερα ποδόσφαιρο!
Οι αρχαίοι Έλληνες είχαν σφαίρες, δηλαδή μπάλες από ύφασμα ή από δέρμα ζώου παραγεμισμένες με άχυρο, φυσικό σπόγγο, μαλλί. Πιο δύσκολες στην κατασκευή ήταν αυτές που κατασκευάζονταν από την κύστη ζώου, συνήθως γουρουνιού την οποία την φούσκωναν με αέρα. Ένα  παιχνίδι με τη μπάλα ήταν η απόρραξις, δηλαδή έπρεπε να ρίξουν με δύναμη τη μπάλα στο έδαφος, να αναπηδήσει και να την ξαναχτυπήσουν. Νικητής αναδεικνύονταν εκείνος που κατάφερνε να την χτυπήσει τις περισσότερες φορές χωρίς να χάσει το ρυθμό. Ενώ στην ανακρουσία έκαναν το ίδιο αλλά χτυπώντας την μπάλα σε τοίχο. Στο κερητίζειν, που θυμίζει το σημερινό χόκεϋ, οι παίκτες προσπαθούσαν να πάρουν προς το μέρος τους την μπάλα χρησιμοποιώντας καμπυλωτά ραβδιά. Η ουρανία ήταν ένα άλλο παιχνίδι με τη χρήση μπάλας. Ένας παίκτης πετούσε την μπάλα όσο πιο ψηλά μπορούσε και οι υπόλοιποι προσπαθούσαν να την πιάσουν προτού πέσει στο έδαφος.
Πηγή: http://www.kathimerini.gr/122980/article/epikairothta/ellada/kai-podosfairo-epaizan-sthn-arxaia-ellada
http://www.mikrosanagnostis.gr/thema-athina-mathekiafto.asp
http://schoolpress.sch.gr/istoriomnemones/τα-παιχνιδια-στην-αρχαια-αθηνα/
http://strangehellas.blogspot.gr/2012/06/blog-post_1129.html
http://www.badarts.gr/2014/06/παιχνίδια-με-μπάλα-στην-αρχαία-ελλάδα/
http://www.myrtis.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=314&Itemid=369&lang=fr
http://www.mixanitouxronou.gr/stin-archea-ellada-epezan-ke-podosfero/
http://www.thetoc.gr/koinwnia/article/kserete-poia-paixnidia-paizoume-apo-tin-arxaiotita-mexri-simera?ab=1&utm_expid=81684694-3.nLUsFIuuSzmYWT3LKsiH9g.1&utm_referrer=https%3A%2F%2Fwww.google.gr%2F

Κυριακή, 9 Ιουλίου 2017

Έλληνες και Βάρβαροι : Οι διαχρονικές φυλετικές και πολιτιστικές διαφορές δυο διαφορετικών κόσμων

O I.Θ. Kακριδής δίνει μια πολύ γενική ερμηνεία της λέξης βάρβαρος, η οποία θα μπορούσε να ισχύει για την αρχαϊκή γραμματεία και, ενμέρει για την κλασική· πάντως όχι για το σύνολο της αρχαιοελληνικής εποχής και ούτε για το σύνολο της αρχαιοελληνικής γραμματείας. Tο ενδιαφέρον στην προκειμένη περίπτωση, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται, είναι ότι η σχετική λέξη δεν είναι ελληνική, αλλά βαρβαρική: «Στους αρχαίους Έλληνες βάρβαρος αρχικά σημαίνει κάθε λαό αλλόγλωσσο, χωρίς καμιά μειωτική απόχρωση. Και κάθε άνθρωπος, που έχει για μητρική του γλώσσα τα ελληνικά, είναι βάρβαρος, άσχετα με την πνευματική του και ψυχική του καλλιέργεια. Ώστε βάρβαρος δεν θα πει παρά αλλόγλωσσος. Και από πού παράγεται η λέξη; Από την επανάληψη της συλλαβής βαρ-. Όταν ακούει κανείς μια γλώσσα που δεν την ξέρει, οποιαδήποτε και να είναι η γλώσσα αυτή, τη νιώθει σαν μια σειρά από συλλαβές δίχως νόημα, σαν ένα λόγο αδιάρθρωτο, χωρίς κλίση, χωρίς σύνταξη, χωρίς κανόνες. Ο πρώτος που έπλασε τη λέξη βάρβαρος θα άκουσε κάποιους ξένους να μιλούν, και με την επανάληψη της συλλαβής βαρ- θέλησε να αποδώσει την παράξενη ακουστική εντύπωση που του έκανε ο ακατανόητος αυτός λόγος. Το παράξενο είναι πως η λέξη βάρβαρος δεν είναι καν ελληνική, είναι βαρβαρική. Στα παλιά ινδικά barbara σημαίνει τραυλός. Barbar και barbaru στα σουμερικά και στα βαβυλωνιακά έχει τη σημασία του ξένος, αλλοεθνής.»
O Dihle, παρακολουθώντας την εξέλιξη της σημασίας της λέξης βάρβαρος μέσα στην πορεία της αρχαιοελληνικής ιστορίας και γραμματείας, εντοπίζει την αλλαγή στη σημασία της με το σημερινό, υποτιμητικό της πλέον, νόημα: «Tα συγκλονιστικά συμβάντα του Πελοποννησιακού πολέμου και των αμέσως επόμενων δεκαετιών μετέβαλαν την αυτοσυνείδηση των Eλλήνων. Oι κύριες αιτίες γένεσης συναισθημάτων μνησικακίας απέναντι στους Πέρσες, τα οποία οι Έλληνες ήσαν ανά πάσα στιγμή έτοιμοι να επεκτείνουν σε ολόκληρο τον κόσμο των βαρβάρων, ακόμη και στα συγγενικά τους φύλα της Mακεδονίας, ήταν η πρόσφατη προσάρτηση των ελληνικών πόλεων της Mικράς Aσίας στο περσικό κράτος το 378 π.X. και το διαρκώς αυξανόμενο βάρος της περσικής διπλωματίας. Kαι ανάλογη με αυτά τα συναισθήματα ήταν και η πρωτόγνωρη υπεροψία τους. Eνώ οι γνώσεις και οι τέχνες των Eλλήνων άρχιζαν να αλλάζουν παντού τον κόσμο, ο ελληνικός πολιτισμός (από το δεύτερο μισό του 4ου αι. π.X.) εξασθενούσε όλο και περισσότερο. H πολιτική πραγματικότητα χλεύαζε διαρκώς την ασφαλώς δικαιολογημένη περηφάνια των Eλλήνων για τα πολυάριθμα, αναγνωρισμένα από όλους, επιτεύγματα του ελληνικού πολιτισμού που αποτελούσαν αντικείμενο μίμησης. Σε αυτό το φαινόμενο αντέδρασε μια πολιτική ρητορική, καλώντας τους Έλληνες να ομονοήσουν και να πολεμήσουν από κοινού τον πέρση εχθρό, για να απελευθερώσουν τους αδελφούς στη Mίλητο και την Έφεσσο. Tη γνωρίζουμε από τα κείμενα των ιστορικών και των ρητόρων του 4ου αι. π.X. Aυτό το έδαφος έθρεψε το συναίσθημα ότι οι Έλληνες ήταν εκ φύσεως ανώτεροι από τους βαρβάρους. Kανένας δεν επιχειρηματολόγησε υπέρ αυτής της αντίληψης τόσο επίμονα όσο ο Iσοκράτης (Πανηγυρικός), ο πιο επιφανής ρήτορας του 4ου αι. π.X. Aλλά εκείνοι που πάνω απ' όλα εκφράζουν εντελώς απροκάλυπτα την αντίληψη για την ανωτερότητα των Eλλήνων έναντι των μη Eλλήνων είναι οι φιλόσοφοι και κυρίως ο Aριστοτέλης και ο Πλάτων. Όταν ο Φίλιππος της Mακεδονίας υπέταξε την Eλλάδα και άρχισε να εξοπλίζεται για να πολεμήσει τους Πέρσες […], εμφανιζόταν ως υπέρμαχος της ελληνικής ηθικής και πολέμιος του κόσμου των βαρβάρων. Eκείνη την εποχή εθεωρείτο αυτονόητο ότι ο μη "Έλλην" εχθρός έπρεπε αναγκαστικά να είναι βάρβαρος, ο οποίος όχι μόνο μιλούσε μία ακατανόητη γλώσσα, αλλά επιπλέον ήταν απολίτιστος και δίχως παιδεία. H λέξη βάρβαρος πήρε τη σημασία που διατηρεί τις ημέρες μας κάτω από τις ιδιαίτερες συνθήκες του 4ου αι. π.X.» ιστορία της λέξης ‘βάρβαρος’ είναι εκτενέστατη και φορτισμένη· βιβλίο ολόκληρο θα μπορούσε να γραφτεί γι’ αυτήν, οπότε με όσα θα γράψω απλώς θα ξύσω την επιφάνεια. Στον Όμηρο δεν απαντά η ίδια η λέξη, βρίσκουμε όμως το επίθετο βαρβαρόφωνος. Στον Αγαμέμνονα του Αισχύλου, η Κασσάνδρα αρχικά παρουσιάζεται βουβή, επειδή μιλάει βάρβαρη γλώσσα, που μάλιστα ακούγεται σαν του χελιδονιού κι έτσι χρειάζεται διερμηνέα. Αρχικά λοιπόν, η λέξη ‘βάρβαρος’ σήμαινε τον ξένο, τον αλλόγλωσσο, αυτόν που δεν μιλάει τη δική μας γλώσσα, που μιλάει μιαν αλλόκοτη γλώσσα που ακούγεται σαν «μπαρ-μπαρ-μπαρ». Βέβαια, και μόνο η τέτοια επισήμανση της διαφορετικότητας έχει μιαν υπόρρητη υποτιμητική απόχρωση. Στις εξιστορήσεις των μηδικών πολέμων, η λ. ‘βάρβαρος’ χρησιμοποιείται για να δηλώσει τους Πέρσες. Μετά τους μηδικούς πολέμους, η υποτιμητική απόχρωση είναι πλέον σαφής· εμφανίζεται η αξιολογική κρίση και αρχίζει η λέξη ‘βάρβαρος’ να σημαίνει «άξεστος, ακαλλιέργητος», π.χ. στις Νεφέλες του Αριστοφάνη ο Σωκράτης λέει για τον Στρεψιάδη «άνθρωπος αμαθής ουτοσί και βάρβαρος». Οι άλλες σημασίες παραμένουν. Λογουχάρη, ο ίδιος Αριστοφάνης χρησιμοποιεί κατ’ επανάληψη τη λέξη ‘βάρβαρος’ για να δηλώσει τους αλλοδαπούς και ειδικά τους Πέρσες, ενώ στους Όρνιθες ο Έποπας καυχιέται ότι δίδαξε στα πουλιά να μιλάνε ενώ πριν ήταν βάρβαρα, δηλ. αλλόγλωσσα. Αλλά και το ρ. βαρβαρίζω έχει στα αρχαία πολλές σημασίες· μπορεί να σημαίνει «μιλάω ξένη γλώσσα», «μιλάω σπασμένα ελληνικά» ή «κάνω γραμματικά λάθη, σολοικισμούς».
Όλα τα παραπάνω τα αναλύει αρκετά εύστοχα ο Στράβωνας σε ένα απόσπασμά του, που επειδή είναι μεγαλούτσικο θα το παραθέσω μόνο σε μετάφραση : Φαντάζομαι, άλλωστε, ότι η λέξη βάρβαρος σχηματίστηκε αρχικά ως ηχομιμητική, για να δηλώσει αυτούς που η προφορά τους χαρακτηρίζεται από δυσκολία και τραχύτητα, όπως και οι λέξειςβατταρίζω, τραυλίζω, ψελλίζω. (…) Επειδή λοιπόν όλοι όσοι μιλούσαν με βαριά προφορά χαρακτηρίζονταν με τον τρόπο αυτό (δηλ. ηχομιμητικά) βάρβαροι, η προφορά των ξένων εννοώ των μη Ελλήνων θεωρήθηκε ότι ανήκε σ’ αυτήν την κατηγορία. Χρησιμοποίησαν, λοιπόν, με ειδική σημασία τη λέξη βάρβαροι γι’ αυτούς, στην αρχή κοροϊδευτικά, επειδή είχαν βαριά προφορά· στη συνέχεια χρησιμοποιήσαμε τη λέξη καταχρηστικά ως κοινό εθνικό όνομα, αντιδιαστέλλοντας όλους τους άλλους προς τους Έλληνες. Γεγονός είναι, βέβαια, ότι με τις συχνές επαφές και σχέσεις με τους βαρβάρους δεν υπήρχε πια η εντύπωση ότι αυτό οφειλόταν σε δυσκολίες προφοράς και σε κάποια διαμαρτία των φωνητικών οργάνων, αλλά στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των γλωσσών. Στη δική μας γλώσσα όμως διαπιστώθηκε και ένα άλλο πρόβλημα προφοράς, «βαρβαροστομίας» θα μπορούσαμε να πούμε, όταν κάποιος δεν κατάφερνε να μιλήσει σωστά ελληνικά, αλλά πρόφερε τις λέξεις όπως οι βάρβαροι που αρχίζουν να μαθαίνουν ελληνικά και δεν είναι σε θέση να τα μιλήσουν σωστά, όπως και εμείς άλλωστε τις δικές τους γλώσσες. Στη ρωμαϊκή εποχή, η λέξη ‘βάρβαρος’ σημαίνει αυτούς που δεν είναι Έλληνες ή Ρωμαίοι και ειδικά τους πληθυσμούς που ζούσαν έξω από τα όρια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, τα limes, και που με τη δύναμη των αριθμών και τις αλλεπάλληλες επιδρομές τους κατάφεραν τελικά να την καταλύσουν την κραταιά αυτοκρατορία. Αυτοί είναι άλλωστε και οι βάρβαροι του καβαφικού ποιήματος, που θα ήταν μια κάποια λύσις… Πας μη Έλλην…;
Ξέρουμε βέβαια ότι «πας μη Έλλην βάρβαρος». Το μάθαμε στο σχολείο. Ανάλογα με τις εποχές, άλλοι δάσκαλοι έσπευδαν να διευκρινίσουν ότι η λέξη ‘βάρβαρος’ δεν έχει μειωτική χροιά αλλά απλώς περιγράφει τον αλλόγλωσσο ή τον αλλοδαπό, ενώ άλλοι δεν θεωρούσαν αναγκαία καμιά διευκρίνιση. Ποιος πρωτοείπε όμως το ρητό αυτό; Το γεγονός είναι ότι σε όλη την αρχαία ελληνική γραμματεία, μαζί και τη βυζαντινή, όπως διασώζεται στον Thesaurus Linguae Graecae, το περίφημο TLG, δεν υπάρχει πουθενά τέτοιο ρητό. Ούτε αυτούσιο, ούτε παρόμοιο. Προκαλεί εντύπωση, αλλά είναι απολύτως βεβαιωμένο ότι τέτοιο αρχαίο ρητό δεν παραδίδεται… στα ελληνικά. Μ’ αυτό δεν λέω ότι το ρητό δεν απηχεί μια πραγματικότητα. Η διχοτομία Ελλήνων-βαρβάρων υπήρχε στην κλασική αρχαιότητα, όπως αποτυπώνεται καθαρά σε ένα ρητό που ο Διογένης Λαέρτιος αποδίδει στον Θαλή, ενώ άλλοι το απέδιδαν στον Σωκράτη: «Χρωστάω χάρη στην Τύχη για τρία πράγματα: που γεννήθηκα άνθρωπος και όχι ζώο, άνδρας και όχι γυναίκα, Έλληνας και όχι βάρβαρος». Οι Έλληνες, ειδικά μετά τους περσικούς πολέμους, πίστευαν ότι, ελεύθεροι πολίτες καθώς ήταν, ήταν ανώτεροι από τους βαρβάρους που υπάκουαν δουλικά σε έναν βασιλιά. Όπως λέει ο Ευριπίδης στην Ιφιγένεια εν Αυλίδι, είναι λογικό οι Έλληνες να εξουσιάζουν τους βαρβάρους, αλλά όχι το αντίστροφο.
Αυτό όμως δεν εμπόδισε πολλούς Έλληνες συγγραφείς να αναφερθούν με σεβασμό στα επιτεύγματα των βαρβάρων, όπως ο Ξενοφώντας για τους Πέρσες ή ο Ηρόδοτος. Άλλωστε, η διχοτομία του «εμείς» και «οι άλλοι» δεν είναι αποκλειστικότητα των Ελλήνων. Οι Εβραίοι αποκαλούσαν εθνικούς (γκογίμ) τους μη Εβραίους, ονομασία που κατά καιρούς πήρε μειωτικές σημασίες· οι Άραβες αποκάλεσαν ατζέμ τους Πέρσες, λέξη που με τον καιρό έγινε επίσης μειωτική (ατζαμής), ενώ στις περισσότερες σλάβικες γλώσσες οι Γερμανοί λέγονται νέμετς (ή κάτι συναφές) που αρχικά σήμαινε «άλαλος». Αλλά ας επανέλθουμε στο ρητό «Πας μη Έλλην βάρβαρος». Βλέποντας ότι απουσιάζει από την αρχαία γραμματεία, είχα σκεφτεί ότι θα μπορούσε να είναι μεταγενέστερη κατασκευή. Όμως, το βρίσκω στη λατινική γραμματεία, και ειδικότερα στον σχολιασμό της Αινειάδας του Βιργίλιου από τον Σέρβιο Γραμματικό ή Maurus Servius Honoratus. Σχολιάζοντας στον στίχο 504 του 2ου βιβλίου της Αινειάδας τη φράση auro barbarico (βαρβαρικό χρυσάφι), ο Σέρβιος παραθέτει, και μάλιστα στα ελληνικά, το «πας μη Έλλην βάρβαρος», θέλοντας να δείξει ότι οι Έλληνες θεωρούσαν βάρβαρους τους Φρύγες. Αυτό μπορούμε να το μεταφράσουμε ελληνικά ως εξής: «βαρβαρικός χρυσός»: δηλαδή μπόλικος· ή βαρβαρικού γούστου, καθώς οι βάρβαροι νοιάζονται περισσότερο για την αφθονία παρά για την κομψότητα· ή λάφυρο από βαρβάρους· ή κυριολεκτικά βαρβαρικός, δηλαδή φρυγικός, καθώς «πας μη Έλλην βάρβαρος». Άλλωστε κι ο Όμηρος αποκαλεί τους Φρύγες βαρβάρους… Να προσθέσω ότι ο στίχος 2.504 του Βιργιλίου έχει απασχολήσει τους μελετητές, διότι ο Πρίαμος εμφανίζεται εδώ να μιλάει για barbarico auro (βαρβαρικό χρυσάφι) μιλώντας για τα δικά του ανάκτορα και ο Σέρβιος προσπαθεί να το εξηγήσει, -βέβαια, δεν είναι ακριβής ο Σέρβιος όσον αφορά τον Όμηρο, διότι (το είδαμε στην αρχή) ο Όμηρος αποκαλεί όχι βάρβαρους αλλά βαρβαρόφωνους, και όχι τους Φρύγες αλλά τους Κάρες. Ο Σέρβιος γενικά θεωρείται εγκυρότατος σχολιαστής και είχε πρόσβαση σε πηγές χαμένες σήμερα. Πάντως, επειδή δεν παραθέτει συγγραφέα, δεν μπορούμε να ξέρουμε με βεβαιότητα σε ποιον ανήκει η πατρότητα της φράσης: θα μπορούσε να είναι παρμένη από χρηστομάθεια της εποχής ή από εισαγωγικό μάθημα ελληνικής φιλοσοφίας για Ρωμαίους, ενώ δεν μπορούμε να αποκλείσουμε το ενδεχόμενο να ήταν παροιμιώδης από τότε, αν και σ’ αυτή την περίπτωση μάλλον θα την είχε αποθησαυρίσει κάποιος παροιμιολόγος. Κατά πάσα πιθανότητα, η φράση αναστήθηκε στα νεότερα χρόνια, είτε από Έλληνες λογίους είτε από Ευρωπαίους. Έχω βρει τη φράση σε αγγλικό Λεξικό της Βίβλου το 1863 και σε παλιότερο σύγγραμμα του 1847, όπως επίσης την έχω βρει και στο Περί ελληνικής συντάξεως του Κ. Ασωπίου (1858). Ο Κ. Ασώπιος παραπέμπει σωστά στον Σέρβιο, αλλά αυτό έχει ξεχαστεί. Στη νεότερη ελληνική βιβλιογραφία το «πας μη Έλλην βάρβαρος» θεωρείται αρχαίο παροιμιώδες χωρίς κανείς να προχωράει παραπέρα. 
Αρχικώς η λέξη «βάρβαρος» αναφερόταν στο αλλόγλωσσον. Η σταδιακή συνειδητοποίησις όμως των χαρακτηριστικών στοιχείων του Ελληνισμού, και μάλιστα μετά την σύγκρουση με τους βαρβάρους Πέρσες τον 5ο αι. π.Χ., δίδει πολιτιστικό περιεχόμενο στις λέξεις «Έλλην» και βάρβαρος. Καλόν κ' Αγαθόν, Αρετή, Λόγος, Σοφία, Ελευθερία, Κάλλος, Αρμονία, Μέτρον, Νόμος, έναντι δουλοφροσύνης, αλαζονίας, εξουσιασμού, ακαλλιέργητου πνεύματος, αμετρίας, ανομίας, αυθαιρεσίας. Χαρακτηριστικό είναι το περιστατικό, όταν, επί Θεμιστοκλέους, ούτε αυτή η παράδοση της φιλοξενίας και της ιερότητας του προσώπου του πρέσβεως δεν έσωσαν τον απεσταλμένο πρέσβη του Πέρση βασιλέως, του οποίου η θανάτωσις απεφασίσθη με την αιτιολογία ότι «φωνήν Ελληνίδα βαρβάροις προστάγμασιν ετόλμησε χρήσαι»! Γράφει ο Παν.Κ. Χρήστου : «Εφ' όσον η υπερηφάνεια των Ελλήνων έδωσε στον εθνικό τους βίο τόσο πλούσιο περιεχόμενο, ήταν εύλογο να τροποποιηθή και η έννοια του ονόματός των, μεταπίπτοντας από το εθνικό στο πολιτιστικό πεδίο.» Η αίσθησις της Ελληνικής υπεροχής είναι απόλυτος. Αφού όμως η καλλιέργεια των Ελληνικών αξιών και η αντίθεση με τους αλλοφύλους, οι οποίοι εστερούντο τις αξίες αυτές, προσέδωσαν και έντονο φυλετικό χαρακτήρα (εκτός από πολιτιστικό) στην αντίθεση Έλληνος-βαρβάρου, πάλι οι Έλληνες ήταν αυτοί που υπερέβησαν την φυλετική αντίθεση. Σε αυτό συνετέλεσαν οι Σοφιστές και η υποστηριχθείσα από αυτούς διάκριση μεταξύ φύσεως και συμβατικότητος, οι Κυνικοί και το ανατρεπτικό τους πνεύμα και, τέλος, οι Στωικοί. Και αυτά όταν το Ελληνικό Πνεύμα, μέσω των κατακτήσεων του Αλεξάνδρου, εξαπλώθηκε στα πέρατα της οικουμένης και οι εξελληνισθέντες αλλόφυλοι και οι ελληνίζοντες («ελληνισταί») δεν διέφεραν ουσιαστικώς των εκ καταγωγής Ελλήνων. Τότε κατέστη δυνατόν, όπως επισημαίνει ο Παν.Κ. Χρήστου, μέχρι και να τεθεί στο στόμα του Σκύθη Αναχάρσιδος η φράση «εμοί δε πάντες Έλληνες σκυθίζουσιν»!
Κατά τον Αριστοτέλη ο ορισμός του φύσει δούλου ισχύει και για τον βάρβαρο. Το γεωγραφικό περιβάλλον και οι κλιματολογικοί όροι διά μέσου αμετρήτων γενεών κατέστησαν τους βαρβάρους νωθρούς και «αθύμους», συνεχώς υποδούλους. Λόγω της αθυμίας τους αυτής οι βάρβαροι στερούνται του πάθους της ελευθερίας και της ικανότητος να άρχουν και να άρχονται πολιτικώς. Ορθώς, λοιπόν, αναφέρει ο Ευριπίδης στην «Ιφιγένεια εν Αυλίδι» : «βαρβάρων δ᾿ Ελληνας αρχειν εικός» και δικαιολογεί το συμπέρασμα της κοινής φύσεως βαρβάρου και δούλου. Η δουλική αυτή φύση των βαρβάρων έχει ως αποτέλεσμα την ανυπαρξία πολιτικής τάξεως σ’ αυτούς. Τανάπαλιν δε, το αποτέλεσμα αυτό σταθεροποιεί και ενισχύει την δουλική τους φύση. Αντί, λοιπόν, να μετέχουν οι βάρβαροι πολιτικής «κοινωνίας», ως «ζωα πολιτικά», υφίστανται δουλικώς και παθητικώς δεσποτική εξουσία, την οποίαν ο Αριστοτέλης ταυτίζει προς την τυραννία σαν αγελαία ζωντανά (σύγχρονη αγελαία δημοκρατία). Κατά τον φιλόσοφο σκοπός της υπάρξεως της πολιτικής «κοινωνίας» είναι πρώτιστα η ειρήνη και ο «εν σχολη » βίος και όχι ο πόλεμος ή η «α-σχολία». Γι‘ αυτό ψέγει, όπως και ο Πλάτων, τον μονομερώς φιλοπόλεμο χαρακτήρα της νομοθεσίας των Λακεδαιμονίων. Ο πόλεμος όμως δικαιολογείται, ἀφ᾿ ετέρου, όχι μόνον στην περίπτωση αμύνης κατ’ απροκλήτου επιθέσεως αλλά και όταν δι’ αυτού πρόκειται να υποδουλωθούν οι άξιοι αυτής της τύχης, οπότε και διά του πολέμου αποκαθίσταται η «αρχική» κοσμική τάξις. Η έννοια της αναφερομένης «αρχικότητος» δεν εἶναι, φυσικά, χρονική αλλά οντολογική. Είναι, λοιπόν, ο πόλεμος μέσον ανακλήσεως της φυσικής και ηθικής τάξεως, η οποία απαιτεί οι φύσει δούλοι να είναι υποταγμένοι στους ελευθέρους. Έτσι δικαιολογείται προφανώς ο κατά των βαρβάρων αλλά όχι και ο κατά των Ελλήνων πόλεμος. Εκ της αρχής αυτής και της διαπιστώσεως ότι οι βάρβαροι είναι φύσει δούλοι, ο Αριστοτέλης προτρέπει τον Αλέξανδρο να είναι δεσπότης για τους βαρβάρους αλλά ηγεμών για τους Έλληνες. Ο Σταγειρίτης ενέκρινε τον κατά των βαρβάρων πόλεμο ως πολιτική και στρατιωτική επιχείρηση και όχι ως πολιτιστική ενέργεια. Ασφαλώς δεν ενέκρινε ούτε κάποιαν υπό του Μεγάλου Αλεξάνδρου ίση μεταχείριση Ελλήνων και βαρβάρων, ούτε κάποιαν αφομοιωτική πολιτική, που θα επέφερε τα ακριβώς αντίθετα της Κοσμικής Τάξεως αποτελέσματα. Πάντως η πολιτική εύνοια του μεγάλου Στρατηλάτου προς υποτελείς, εν μέρει υπαγορευθείσα από την ανάγκη ελέγχου μιας ταχύτατα αναδυομένης αχανούς αυτοκρατορίας, κυρίως απευθύνετο προς τους Αρίας καταγωγής λαούς, όπως τους ευγενείς των Περσών. Και της οποίας, πάντως, η επέκτασις, εκ των πραγμάτων προκύψασα βαθμηδόν μετά τον πρώιμο θάνατό του, εσήμανε την αρχή των ελληνιστικών χρόνων και το άδοξο τέλος της Ελλάδος ως πολιτικής, πνευματικής και πολιτιστικής δυνάμεως, εχούσης ακεραία την εθνική της ιδιοτυπία. Γενικώς ο Αριστοτέλης σκεπτόταν πολιτικώς σύμφωνα με τις κατηγορίες της «οικίας» και της «πόλεως». Δεν αντιμετώπισε την δυνατότητα υπάρξεως πολυεθνικής κοσμοκρατορίας όχι από στενότητα αντιλήψεως αλλά διότι ορθώς αντιλαμβανόταν ότι, αν μια τέτοια κοσμοκρατορία δημιουργούνταν κατά την εποχή του, θα στερούνταν βαθυτέρων και ουσιωδών ηθικών και πνευματικών δεσμών, άρα και αληθούς πολιτικής τάξεως. Δύναται, λοιπόν, να λεχθεί ότι το πρόβλημα αυτό το οποίο έθεσε ο Αριστοτέλης παραμένει επίκαιρο και για τον σύγχρονο κόσμο.

Μία ρήση του Ισοκράτη (5ος-4ος αι. π.Χ.) περί της κοινής παιδείας των Ελλήνων Ελλήνων, έχει ευρέως χρησιμοποιηθεί καταχρηστικά ως επιχείρημα, κατά τα τελευταία χρόνια, με συστηματικές παραμορφώσεις της έννοιάς της, από άγνοια ή πρόθεση, ακόμη και από επίσημα πρόσωπα της Πολιτείας. Καταρχήν, είναι γενικώς επικίνδυνο να χρησιμοποιούνται αρχαίες φράσεις αποκομμένα, και να τους δίδεται αυθαίρετα η όποια ερμηνεία. Πουθενά δεν αναφέρει ο Ισοκράτης ότι «Ελληνές εισι οι μετέχοντες της ελληνικης παιδείας”, φράση η οποία φυσικά οδηγεί σε άλλες ερμηνείες. Εν προκειμένω πρόκειται για μία αναφορά που έκαμε ο Ισοκράτης στον μεγαλειώδη πολιτικό λόγο του «Πανηγυρικός», το 380 π.Χ., στην 100η Ολυμπιάδα (ήταν 51 ετών) την οποία κάποιοι ερμηνεύουν κατά το δοκούν, και μέσα από αυθαίρετη ερμηνεία την επιβάλλουν διαστρεβλωμένη στην κοινή λογική. Η εν λόγω φράση του Ισοκράτη έχει ως εξής: (Τόσο πολύ ξεπέρασε η πόλη μας [η Αθήνα] όλους τους άλλους στην πνευματική ανάπτυξη και στην τέχνη του λόγου, ώστε οι δικοί της μαθητές έγιναν δάσκαλοι στους άλλους· το όνομα πάλι Έλληνες κατόρθωσε να μη συμβολίζει πια την καταγωγή, αλλά την καλλιέργεια του πνεύματος, και Έλληνες να ονομάζονται πιο πολύ όσοι δέχτηκαν τον τρόπο της δικιάς μας αγωγής και μόρφωσης [σ.σ. εννοεί της παιδείας των Αθηναίων] παρά αυτοί που έχουν την ίδια με εμάς καταγωγή.) Ο Ισοκράτης λοιπόν απευθυνόταν σε Έλληνες και παινεύοντας τη πόλη του, την Αθήνα, και το υψηλό επίπεδο παιδείας στο οποίο είχε φθάσει, υποστήριζε ότι αυτή η παιδεία αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα της ελληνικής ταυτότητας για όλους τους Έλληνες. Δεν μιλούσε για τους ξένους, τους οποίους αποκαλούσε βαρβάρους και καλούσε όλους τους Έλληνες σε πόλεμο εναντίον τους! Με τη φράση αυτή ο Ισοκράτης, μαζί με άλλα επιχειρήματά του, υποστήριζε την Πανελλήνια Ιδέα του. Ειδικότερα, υποστήριζε ότι επειδή οι Έλληνες είναι πολιτιστικά πολύ ανώτεροι των Περσών, ήταν δυνατή η υλοποίηση της Πανελλήνιας Ιδέας (δηλαδή η ομόνοια και συνένωση) μέσα από την κοινή παιδεία. Ο Ισοκράτης με τον Πανηγυρικό λόγο του προσπαθεί να ενώσει τους Έλληνες υπό τη σκέπη της αθηναϊκής ηγεμονίας και χρησιμοποιεί προς τούτο την παιδεία και τον πολιτισμό, όπου η πόλη του είχε τα πρωτεία. Έτσι η «ημετέρα παίδευση» δεν είναι γενικά η ελληνική αλλά η αθηναϊκή, κάτω από την οποία καλεί τους Έλληνες να ενωθούν. Στο ίδιο κείμενο, παρακάτω. μιλάει για την ανικανότητα του περσικού στρατού, για να δείξει ότι είναι εφικτή μια εκστρατεία εναντίον της Περσίας : (Θαρρώ λοιπόν πως δεν υπάρχει τόπος που δε γνώρισε σε όλη την έκτασή της τη δειλία και τη νωθρότητα του περσικού στρατού: Και στα παράλια της Ασίας πολλές φορές νικήθηκε, αλλά και στην Ευρώπη, όταν διάβηκε, πολύ ακριβά το πλήρωσε: Άλλοι χάθηκαν κατά τρόπο άθλιο, άλλοι σώθηκαν ντροπιασμένοι και δειλοί και τελευταία μέσα στα ίδια τα ανάκτορα του Πέρση βασιλιά έγιναν καταγέλαστοι.) Στην συνέχεια μιλάει για το μίσος των Ελλήνων κατά των Περσών (Πανηγυρικός, 158): (Και τόσο ζυμωμένη με τη φύση μας είναι η έχθρα μας με αυτούς, ώστε και από τις διηγήσεις τις παλιές περισσότερο χαιρόμαστε όσες μιλάνε για τους Τρώες και τους Πέρσες, τις διηγήσεις δηλαδή που μας πληροφορούν για όλες τις συμφορές τους. Θα μπορούσαμε μάλιστα να βρούμε ότι από τον πόλεμο με τους βαρβάρους οι ποιητές μας έχουν εμπνευστεί τραγούδια θριαμβευτικά, ενώ από τους πολέμους μεταξύ μας μονάχα θρήνους θλιβερούς: Τα πρώτα τα τραγουδάμε στις γιορτές μας, ενώ τους θρήνους τούς θυμόμαστε μόνο στις συμφορές μας.) Παρακάτω προτρέπει προς πόλεμο όλων των Ελλήνων κατά των βαρβάρων, τον οποίο πρέπει να μεταφέρουν εκτός Ελλάδας, στην Ασία : (Είναι αδύνατο να εξασφαλίσουμε μια σίγουρη ειρήνη, άμα δεν πολεμήσουμε όλοι μαζί ομόφωνα τους βαρβάρους· αδύνατο να ομονοήσουν οι Έλληνες, προτού πεισθούν και τις ωφέλειες από τον κοινό εχθρό να επιζητούν και τους πολέμους πάλι με τον ίδιο αντίπαλο να κάνουν. (…) Για όλους αυτούς τους λόγους πρέπει να κάνουμε το παν, για να μεταφερθεί το γρηγορότερο από δω ο πόλεμος στο χώρο της Ασίας. Είναι το μόνο αγαθό που θα ήταν δυνατό ίσως να βγάλουμε από τους ανόσιους πολέμους μεταξύ μας, αν θα το αποφασίζαμε επιτέλους να εκμεταλλευτούμε ενάντια στους βαρβάρους για το δικό μας το καλό την πικρή πείρα που μας εξασφάλισαν εδώ.) Ο Ισοκράτης, αφού έκανε πολλές προσπάθειες να παρακινήσει κάποιους ηγεμόνες της εποχής του να ηγηθούν της Πανελλήνιας Ιδέας, απευθύνθηκε τελικά στον Φίλιππο Β’, (λίγο πριν τον θάνατό του πέθανε 98 ετών) στο πρόσωπο του οποίου είδε τον άνθρωπο που θα μπορούσε να την πραγματοποιήσει. Είναι γνωστό άλλωστε ότι στην επιστολή του προς τον Φίλιππο τον καλούσε να εκστρατεύσει κατά των βαρβάρων Περσών και να τους καταστήσει δούλους του. Του γράφει, μεταξύ άλλων: (Λέω λοιπόν πως πρέπει να γίνεις ο ευεργέτης των Ελλήνων, ο βασιλιάς των Μακεδόνων και ο κυρίαρχος όσο μπορείς πιο πολλών βαρβάρων.) Μπορούμε λοιπόν βασίμως να υποθέσουμε ότι αν ζούσε σήμερα ο Ισοκράτης, θα έπιανε από το αυτί όλους όσους χρησιμοποιούν κατά το δοκούν τα λόγια του και θα τους ρωτούσε πού βρήκαν τέτοιες ερμηνείες!
Ο Ηροδοτος ήταν Έλληνας ιστοριογράφος (490-422 π.Χ.). Καταγόταν από εύπορη και φιλομαθή οικογένεια και ανατράφηκε σ' ένα περιβάλλον λατρείας του Ομήρου και παλιών θρύλων. Έμεινε αρκετά χρόνια στην Αθήνα, όπου συνδέθηκε φιλικά με τους μεγάλους άνδρες της εποχής εκείνης, τον Περικλή και το Σοφοκλή. Μαζί με τον Πρωταγόρα ίδρυσαν την αποικία των Θουρίων στην Ιταλία. Ο Ηρόδοτος έγραψε μια παγκόσμια ιστορία. Οι Αλεξανδρινοί τη χώριζαν σε εννέα βιβλία και στο καθένα έδωσαν το όνομα μιας από τις εννέα Μούσες. Στα πρώτα τέσσερα βιβλία παρουσιάζει το σχηματισμό και την αύξηση της περσικής δύναμης, στο πέμπτο και έκτο τις πρώτες συγκρούσεις με τους Έλληνες της ηπειρωτικής Ελλάδας, στο τελευταίο μέρος του έκτου και σε ολόκληρα τα δύο επόμενα περιγράφει τις δύο μεγάλες εκστρατείες, που κατέληξαν η πρώτη στη μάχη του Μαραθώνα και η άλλη στη ναυμαχία της Σαλαμίνας. Τέλος στο ένατο βιβλίο αναφέρεται στις άλλες νίκες των Ελλήνων. Χρησιμοποιώντας ως βάση του έργου, που ο ίδιος ονόμασε "Ιστορίης απόδεξις", την αυτοψία, την έρευνα και την κριτική, ο Ηρόδοτος πλησίασε πρώτος την ιστορία, χωρίς όμως να μπορεί να θεωρηθεί αντικειμενικός ιστορικός. Παρά το γεγονός αυτό το έργο του συνολικά είναι μια αξιόπιστη πηγή και η μόνη συνεχής και πλήρης που έχουμε για μια τόσο σημαντική εποχή της ιστορίας. Ο Κικέρωνας τον ονόμασε πατέρα της ιστορίας. Παράλληλα μπορεί να θεωρηθεί πατέρας της γεωγραφίας και πατριάρχης όλων των περιηγητών. Ακολουθεί η περίφημη απάντηση των Αθηναιων στους πρέσβεις των Περσών και των Σπαρτιατων : Κι οι Αθηναίοι στον Αλέξανδρο έδωσαν την εξής απάντηση: «Πως ο Μήδος έχει δύναμη πολλαπλάσια απ᾽ τη δική μας, αυτό το ξέρουμε κι από μόνοι μας και δεν υπάρχει λόγος να μας κατακρίνεις. Αλλά όμως η λαχτάρα της λευτεριάς μάς παρακινεί να τον αντιμετωπίσουμε μ᾽ όση δύναμη έχουμε. Κι ούτε εσύ να επιχειρήσεις να μας πείσεις κι ούτε εμείς θα πειστούμε να κάνουμε συνθήκες με τον βάρβαρο. Και τώρα πήγαινε ν᾽ αναγγείλεις στον Μαρδόνιο ότι οι Αθηναίοι λένε: όσο ο ήλιος θ᾽ ακολουθεί τον ίδιο δρόμο που και σήμερα πορεύεται, αποκλείεται να κάνουμε συνθήκες με τον Ξέρξη, αλλά θα βγούμε αντίμαχοί του έχοντας τα θάρρη μας στους θεούς που πολεμούν στο πλευρό μας και στους ημιθέους, που εκείνος, αθεόφοβος πέρα για πέρα, πυρπόλησε τους ναούς και τ᾽ αγάλματά τους. Κι εσύ αποδώ και μπρος μην εμφανιστείς μπροστά στους Αθηναίους μεταφέροντας παρόμοιες προτάσεις, κι ούτε, έχοντας την ιδέα πως προσφέρεις καλές υπηρεσίες, να μας παρακινείς να κάνουμε παλιανθρωπιές. Γιατί δε θέλουμε να σε βρει καμιά συμφορά απ᾽ τους Αθηναίους, ενώ είσαι πρόξενος και φίλος μας». Λοιπόν, αυτή την απάντηση έδωσαν στον Αλέξανδρο, ενώ στους απεσταλμένους της Σπάρτης την ακόλουθη: «Βέβαια, η ανησυχία των Λακεδαιμονίων μήπως κάνουμε συνθήκες με τους βαρβάρους ήταν απόλυτα ανθρώπινη· όμως σχεδόν πρέπει να ντρέπεστε γι᾽ αυτό το φόβο σας, την ώρα που ξέρετε καλά το φρόνημα των Αθηναίων, ότι σε κανένα μέρος τη γης δε βρίσκεται τόσο χρυσάφι, ούτε χώρα υπέροχη σε ομορφιά και γονιμότητα, που θα τα δεχόμασταν ως αντάλλαγμα του μηδισμού μας και της υποδούλωσης της Ελλάδας. Γιατί είναι πολλά και μεγάλα αυτά που μας εμποδίζουν να το κάνουμε αυτό, έστω κι αν το θέλαμε, πρώτα πρώτα και πάνω απ᾽ όλα τα αγάλματα και οι ναοί των θεών που πυρπολήθηκαν κι έγιναν ερείπια, που μας υποχρεώνουν να πάρουμε τη μεγαλύτερη εκδίκηση που μπορούμε, και πολύ λιγότερο να συνομολογήσουμε συνθήκες μ᾽ αυτόν που τα έπραξε· και κατόπιν ο ελληνισμός, ένας κόσμος που στις φλέβες του κυλά το ίδιο αίμα και που μιλά την ίδια γλώσσα κι έχει κοινά τα λατρευτικά κέντρα των θεών και θυσίες και συνήθειες ίδιες κι απαράλλαχτες η προδοσία όλων αυτών θα ήταν αίσχος για τους Αθηναίους. Και να ξέρετε καλά τούτο, αν τυχαίνει να μη το ξέρετε ώς τώρα, όσο θα μένει ζωντανός έστω και ένας Αθηναίος, δε θα κάνουμε συνθήκες με τον Ξέρξη ποτέ. Βέβαια ήταν ευχάριστη έκπληξη για μας η έγνοια σας για την κατάστασή μας, η πρόνοιά σας για μας που ρήμαξαν τα σπιτικά μας, αφού θέλετε να συντηρήσετε τους ανθρώπους των σπιτιών μας. Η ευεργεσία σας είναι σαν να γίνηκε, όμως εμείς θα κάνουμε πέτρα την καρδιά μας στην κατάσταση που βρισκόμαστε και δε θα σας δώσουμε κανένα βάρος. Μόνο, μια κι έτσι έχουν τα πράματα, να στείλετε το γρηγορότερο το εκστρατευτικό σώμα. Γιατί, κατά τους υπολογισμούς μας, δε θα περάσει πολύς καιρός κι ο βάρβαρος θα εμφανιστεί εδώ κάνοντας εισβολή στη χώρα μας, αλλά αμέσως μόλις πάρει την είδηση ότι δε θα κάνουμε τίποτε απ᾽ όσα εκείνος μας ζητούσε. Λοιπόν, προτού εκείνος εμφανιστεί στην Αττική, έχει ζωτική σημασία να σπεύσετε έγκαιρα σε βοήθεια στη Βοιωτία». Κι οι άλλοι, ύστερ᾽ απ᾽ αυτή την απάντηση των Αθηναίων, πήραν το δρόμο του γυρισμού για τη Σπάρτη.
Ο κόσμος της Άννας Κομνηνής (1.100 μ.χ)  κυριαρχείται από την παραδοσιακή «βυζαντινή» διάκριση του κόσμου σε Ρωμαίους και βαρβάρους. Αυτό που θα κάνω σε αυτήν την ανάρτηση είναι να προσπαθήσω να αποσαφηνίσω αυτούς τους δύο όρους και να δείξω με ποια ακριβώς κριτήρια γίνεται αυτή η διάκριση. Θυμίζω ότι την εποχή που γράφει η Κομνηνή υπάρχουν δύο ειδών ρωμαϊκές ταυτότητες: 1) Η πολιτική ρωμαϊκή ταυτότητα είναι η παλαιότερη και ορίζεται από δύο βασικά κριτήρια: ορθοδοξη χριστιανική πίστη και ρωμαϊκή υπηκοότητα. Δηλαδή οι πολιτικοί Ρωμαίοι είναι οι ορθόδοξοι πολίτες της Βασιλείας των Ρωμαίων ή, μονολεκτικά, της Ρωμανίας και, κατά συνέπεια, οι υπήκοοι του Βασιλέα/Αυτοκράτορα των Ρωμαίων. 2) Η εθνοτική ρωμαϊκή ταυτότητα είναι η πιο πρόσφατη μιας και πρωτοαπαντά στις ιστορίες που γράφτηκαν στα τέλη του 11ου αιώνα, όπως αυτή του Μιχαήλ Ατταλειάτη (μετά το 1080) και η Σύνοψις Ιστοριαν του Ιωάννη Σκυλίτση (στο 1090). Αυτή η δεύτερη ρωμαϊκή ταυτότητα είναι πιο συρρικνωμένη από την πρώτη και αποδίδεται σε ορισμένους μόνοπολιτικούς Ρωμαίους που κατέχουν ένα συγκεκριμένο πολιτισμικό πακέτο, το οποίο περιλαμβάνει -μεταξύ άλλων- την ελληνοφωνία. Με άλλα λόγια, οι εθνοτικοί Ρωμαίοι είναι οι ορθόδοξοι και ελληνόφωνοι πολίτες της Ρωμανίας. Το βασικό χαρακτηριστικό αυτής της ταυτότητας είναι ότι απαντά στις πηγές μας σε αντιδιαστολή με τους αλλόγλωσσους πολίτες της Ρωμανίας, λ.χ. Αρμένιοι, Βούλγαροι, Αλβανοι, Αρβανίτες, Βλάχοι κλπ. Η Gill Page ορίζει τις δύο Ρωμαϊκές ταυτότητες (πολιτική και εθνοτική) ως εξής: Έτσι, σύμφωνα με τον Σκυλίτση, εντός της Ρωμανίας κατοικούν «Ρωμαιοι» και «γένη/εθνη τους Ρωμαίοις υπήκοα» που συνήθως βρίσκονται προς τα σύνορα της αυτοκρατορίας. Το ότι ο Σκυλίτσης έχει την ελληνοφωνία ανάμεσα στα κριτήρια της εθνοτικής ρωμαϊκής ταυτότητας του επιτρέπει, από τη μια, να ονομάσει την ελληνική γλώσσα ρωμαϊκή (αφού η Ελληνική ήταν η γλώσσα των Ρωμαίων) και, από την άλλη, να ξεχωρίσει τους βυζαντινούς αιχμαλώτους του Τσάρου Σαμουήλ σε Ρωμαίους και Αρμένιους(πολιτικά Ρωμαίοι και οι δύο, αλλά εθνοτικά Ρωμαίοι μόνον οι ελληνόφωνοι). Κανένας «εξωθεν ετερόφυλος» είτε είναι εχθρός είτε είναι μισθοφόρος των Ρωμαίων δεν γλιτώνει την προσηγορία «βάρβαρος» της Κομνηνής. Τα πράγματα είναι τελείως διαφορετικά για τους «εσωτερικούς ετερόφυλους» Ρωμαίους πολίτες (λ.χ. Βούλγαροι, Αρμένιοι, Αρβανίτες, Βλάχοι): σχεδόν ποτέ δεν χαρακτηρίζονται «βάρβαροι» και οι λίγες εξαιρέσεις είναι διδακτικές. 
Πηγή: http://www.greek-language.gr/greekLang/ancient_greek/education/translation/handbook_crosslingual/pop02.html
https://sarantakos.wordpress.com/2014/09/15/ellinbarbaro-2/
http://pheidias.antibaro.gr/Hellas_names/barbaroi.html
http://www.armahellas.com/?p=14241
https://parisis.wordpress.com/2016/09/16/ο-ισοκράτης-η-ημετέρα-παιδεία-και-οι/
http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/library/browse.html?text_id=30&page=215
http://www.biblionet.gr/author/3311/Ηρόδοτος
https://smerdaleos.wordpress.com/2015/02/11/εθνολογικές-παρατηρήσεις-στην-αλεξι-2/