Παρασκευή, 30 Σεπτεμβρίου 2016

Νεότερη Θεσσαλια : Απο την Τουρκοκρατία στην απελευθέρωση και τον πολεμο του 1897

Η Θεσσαλία κατακτήθηκε το 1393 και απελευθερώθηκε το 1881. Η Τουρκοκρατία σ' αυτήν διήρκησε 487 χρόνια, πέντε αιώνες. Στη διάρκειά τους η Θεσσαλία έχασε ποταμούς αίματος και δακρύων. Θυσίασε χιλιάδες τέκνων της. Τα βουνά της υπήρξαν καταφύγια του έθνους και άσβεστες εστίες του ανεπανάληπτου ελληνικού λαϊκού πολιτισμού, του ανυπότακτου πνεύματος και της λεβεντιάς. Ανυψώθηκε στην πρωτοπορία της οικονομικής αναπτύξεως , με τις φημισμένες συντεχνίες της και εισχώρησε στο ευρωπαϊκό εμπόριο χωρίς κρατική στήριξη ή επιδοτήσεις, αλλά με την συνέπεια και με προϊόντα ανώτερα ποιοτικώς ξένων ομοειδών. Με την παιδεία της, με τους διδασκάλους της και με τον Ρήγα, κατέχει πρώτη θέση στην προσπάθεια αφύπνισης της εθνικής συνείδησης. Στον ένοπλο αγώνα κατέλαβε αξιόλογη θέση με τα αμέτρητα ξεσπάσματα των αρματωλών της και με τις επαναστάσεις των Διονύσιου, Νικοτσάρα, παπα-Βλαχάβα, Γεωργάκη Ολυμπίου. Αυτοί, ο Ρήγας, ο Άνθιμος Γαζής, ο Χριστόφορος Περραιβός κ.α. διαπνέονταν από την ιδέα Επαναστάσεως Εθνικής όχι Τοπικιστικής. Αυτή ακριβώς η Ιδέα αποτελεί το κύριο γνώρισμα της αγωνιζόμενης Θεσσαλίας. Στη διάρκεια της Επαναστάσεως του ΄21 πρόσφερε τον υπουργό στρατιωτικών Χρ. Περαιβό, πολεμιστή και λόγιο, τον αρχηστράτηγο Γεώργιο Καραϊσκάκη και αρκετές χιλιάδες έμπειρων πολεμιστών και καπετάνιων, οι οποίοι κατήλθαν και πολέμησαν στη Στ. Ελλάδα και στην Πελοπόννησο, αλλά δεν επέστρεψε κανένας στην πατρώα τους γη. Στο νεαρό ακόμα Ελληνικό Κράτος η Θεσσαλία πρόσφερε τον Θεόκλητο Φαρμακίδη, τον Οικονόμου Εξ Οικονόμων, τον Διονύσιο Πύρρο, που με άλλους λόγιους έδωσαν την μαγιά για την πνευματική αναγέννηση της ελεύθερης πατρίδας. Μ' αυτά και με άλλα επιτεύγματά της η Θεσσαλία προσήλθε στην μητέρα Ελλάδα με το κεφάλι ψηλά. Και με τη βεβαιότητα ότι στη διάρκεια της μακράς δουλείας ανταποκρίθηκε στις παραδόσεις και στις προσδοκίες του Ελληνισμού.
Στις 7 Μαΐου 1821 επαναστάτησαν με πρώτο τις Μηλιές, τα Εικοσιτέσσερα (τα χωριά του Πηλίου) της Θεσσαλίας, όπου ο υπεύθυνος για την περιοχή Φιλικός Άνθιμος Γαζής είχε προετοιμάσει το έδαφος από νωρίς με σημαντική εθνεγερτική δράση και επαφές με τους ντόπιους αρματολούς Μπασδέκηδες (Κυριάκο και Παναγιώτη). Οι ισχυροί προεστοί (κοτζαμπάσηδες) ήταν πολύ αρνητικοί στην ιδέα της επανάστασης, όμως όταν εμφανίστηκαν από τοΤρίκερι τρία πλοία του ελληνικού στόλου, ο λαός δεν μπορούσε πια να συγκρατηθεί. Στις 9 Μαΐου οι επαναστάτες από όλα τα χωριά μαζεύτηκαν έξω από το Βόλο και πολιόρκησαν τους Οθωμανούς που κλείστηκαν στο φρούριο της πόλης. Στην πολιορκία βοήθησαν και τα ελληνικά πλοία και πληρώματα. Στις 11 Μαΐου οι επαναστάτες μπήκαν στο Βελεστίνο (οι Οθωμανοί κλείστηκαν στους 4 ισχυρότερους πύργους) και εκεί μαζεύτηκαν την ίδια μέρα αντιπρόσωποι από τα επαναστατημένα χωριά, κηρύχθηκε επίσημα η επανάσταση και συστάθηκε η Βουλή της Θετταλομαγνησίας, με πρόεδρο τον Άνθιμο Γαζή και γραμματέα τονΦίλιππο Ιωάννου. Οι επαναστάτες στη Θεσσαλία ήταν στην συντριπτική τους πλειοψηφία άτακτοι χωρικοί, χωρίς στρατιωτική εμπειρία, αλλά και χωρίς όπλα και πολεμοφόδια και όταν λίγες μέρες αργότερα εμφανίστηκε πολυπληθής οθωμανική στρατιά από τη Λάρισα υπό τη διοίκηση του Μαχμούτ πασά Δράμαλη (από τη Δράμα), διαλύθηκαν αμέσως προς τα χωριά τους. Ο Δράμαλης έκαψε την Κάπουρνα και τα Κανάλια, ανέβηκε μέχρι τη Μακρυνίτσα και ζήτησε από όλα τα χωριά να πληρώσουν μεγάλα πρόστιμα. Οι περισσότεροι επαναστάτες φοβισμένοι υπέκυψαν και οι κοτζαμπάσηδες προσκύνησαν φέρνοντας στον Δράμαλη πλούσια δώρα. Αυτός προωθήθηκε προς το Λαύκο επιδιώκοντας να μπει στις Μηλιές, που ήταν το στρατηγείο της επανάστασης, όμως στις 25 Μαΐου συνάντησε αντίσταση στα Λεχώνια και δεν προχώρησε. Στις Μηλιές η κατάσταση ήταν αντιφατική, με τους κοτζαμπάσηδες να θέλουν να προσκυνήσουν και τους επαναστάτες με τον Γαζή να θέλουν να αντισταθούν. Τελικά ο Γαζής αναγκάστηκε να φύγει στη Σκιάθο και οι Μηλιές προσκύνησαν στα μέσα Ιουνίου τον Δράμαλη που έφτασε μέχρι τη Μηλίνα και δεν προχώρησε άλλο. Όσοι επαναστάτες απέμειναν προωθήθηκαν προς το Τρίκερι και πολλά γυναικόπαιδα πέρασαν σε Σκιάθο και Σκόπελο. Όταν αποχώρησε ο Δράμαλης η επανάσταση έμεινε ζωντανή στο Λαύκο, την Αργαλαστή, το Προμμύρι και το Τρίκερι.
«Στις αρχές του 1878 ανυπάκουοι και λιποτάκτες υπαξιωματικοί με τους στρατιώτες τους, δεν υπάκουσαν στις εντολές της Κυβερνήσεως  και στις διαταγές τού  υποστράτηγου της Λαμίας, διοικητού τους Σκαρλάτου Σούτσου και εισέβαλαν   στην τουρκοκρατούμενη  Ελληνική περιοχή με σκοπό να προστατεύσουν τους σκλαβωμένους Έλληνες από του διωγμούς των μουσουλμανικών ορδών. Ο επιλοχίας Δημήτριος Τερτίπης,  ο  λοχίας Γεώργιος Λάϊος, και άλλοι  δώδεκα (12) λοχίες, εφτά (7) δεκανείς και εκατόν εβδομήντα (170) στρατιώτες λιποτάχτησαν  από τη μιζέρια της πολιτικής, και  αφού ένωσαν τις δυνάμεις τους με τους  ντόπιους καπεταναίους και άλλους επαναστάτες της περιοχής, συγκεντρώθηκαν  στις 7 Μαρτίου 1878 στον Ιερό Ναό  του Αγίου Αθανάσιου του χωριού Παλαμάς Δομοκού, ύψωσαν τη σημαία της επαναστάσεως και ορκίστηκαν «Ελευθερία ή Θάνατος».  Ο παπα- Αλέξης, σαν άλλος Παλαιών Πατρών Γερμανός στην Αγία Λαύρα το 1821,  ευλόγησε τα όπλα και οι ήρωες εφόρμησαν κατά των Τούρκων κατακτητών οι οποίοι ετράπησαν σε φυγή.  Ελευθερώθηκε και ανάσανε ο τόπος από τους άξεστους της Τουρκιάς. Ήταν η τελευταία επιτυχημένη επανάσταση με αποτέλεσμα την απελευθέρωση της Θεσσαλίας και μέρους της Άρτας, που ενώθηκαν με τον κορμό της  ελεύθερης Ελλάδας, αργότερα το 1881 με τη Συνθήκη  των Μεγάλων Δυνάμεων του Βερολίνου. Έως τότε τα σύνορα της Ελλάδας  ήσαν  έως τη Σούρπη  και Κραβασαρά. Ας είναι αιώνια η μνήμη των λιποτακτών υπαξιωματικών και των  συστρατιωτών τους που έσωσαν την τιμή της Πατρίδας μαζί με τους ντόπιους καπεταναίους και άλλους επαναστάτες.
Μετά το τέλος του Pωσο-οθωμανικού πολέμου στα 1877-78 η Eλλάδα παρουσιάστηκε στο συνέδριο του Bερολίνου (13 Ιουνίου-13 Ιουλίου 1878) για να εισπράξει από τις Δυνάμεις τα ανταλλάγματα για τη φρόνιμη στάση που επέδειξε κατά τη βαλκανική κρίση. Mε μεσολάβηση της Aγγλίας ελληνική αντιπροσωπεία, αποτελούμενη από τον υπουργό των Εξωτερικών Θεόδωρο Δηλιγιάννη και τον Aλέξανδρο Pίζο Pαγκαβή, παρουσίασε τις ελληνικές θέσεις στην ολομέλεια του συνεδρίου στις 17/29 Iουλίου. Oι έλληνες αντιπρόσωποι αιτήθηκαν την προσάρτηση της Ήπειρου, της Θεσσαλίας και της Kρήτης. Mε το 13ο πρωτόκολλο το συνέδριο "προσκαλούσε την Yψηλή Πύλη να συμφωνήσει με την Eλλάδα σε μια [νέα] ρύθμιση των συνόρων στη Θεσσαλία και στην Ήπειρο". Tο συνέδριο πρότεινε τη γραμμή των ποταμών Kαλαμά-Σαλαμβρία, ρύθμιση που απέδιδε στην Eλλάδα μεγάλο μέρος της Hπείρου και της Θεσσαλίας.
Mε το 24 άρθρο οι έξι Δυνάμεις προσφέρονταν σε περίπτωση αδιεξόδου στις διαπραγματεύσεις των δύο πλευρών να μεσολαβήσουν στα δύο μέρη "για διευκόλυνση". H οθωμανική αντιπροσωπεία στο Bερολίνο αντέδρασε σθεναρά στην προοπτική να παραχωρηθούν εδάφη και τήρησε παρελκυστική πολιτική στις διαπραγματεύσεις για τον καθορισμό των συνόρων. H τελική ρύθμιση δεν επρόκειτο να επιτευχθεί παρά ύστερα από σκληρές διαπραγματεύσεις των δύο πλευρών και των Δυνάμεων που διήρκεσαν τρία χρόνια. H ελληνική κυβέρνηση με διακοίνωσή της προς τις Δυνάμεις στις 8/20 Iανουαρίου 1881 ζητούσε την εφαρμογή των "δικαίων και καταλλήλων αποφάσεών τους, με τα μέτρα που αυτές έκριναν", για να εδραιωθεί η ειρήνη. Παρά τις φραστικές εμμονές της η ελληνική κυβέρνηση είχε ουσιαστικά αποδεχτεί ενδόμυχα μια αρνητική γι' αυτήν εξέλιξη και υποχωρούσε βήμα βήμα από τα σύνορα που είχε προτείνει η συνθήκη του Bερολίνου. Στις διαπραγματεύσεις της Kωνσταντινούπολης για την οριστική διευθέτηση του ζητήματος, που άρχισαν στις 20 Φεβρουαρίου του 1881, η Eλλάδα δε συμμετείχε. Tις ελληνικές θέσεις διαπραγματεύονταν οι πρέσβεις των έξι Δυνάμεων, οι οποίοι επικοινωνούσαν με την Aθήνα. Mε την έναρξη του 1883 το ζήτημα των θεσσαλικών συνόρων είχε διευθετηθεί. Στο ελληνικό κράτος περιήλθε η Θεσσαλία εκτός από την περιοχή της Ελασσόνας και η πόλη της ’ρτας με ελάχιστα ηπειρωτικά εδάφη. Το ζήτημα των θεσσαλικών συνόρων θα ανακινηθεί ξανά με την πρόσκαιρη κατάληψη της Θεσσαλίας από τα οθωμανικά στρατεύματα το 1897.
H Eλλάδα χρεωκοπημένη ήδη οικονομικά χρεωκόπησε επιπλέον πολιτικά και στρατιωτικά με τον ατυχή πόλεμο του 1897. Mε την έναρξη του 1897 τα πνεύματα στην Eλλάδα ήταν ήδη πολύ οξυμένα από την κρητική εξέγερση και τις σφαγές από τους Τούρκους. Στην Eυρώπη πολλές πλευρές απαιτούσαν μιαν επέμβαση των Δυνάμεων υπέρ των Kρητικών και στην Eλλάδα η κοινή γνώμη πίεζε για την αποστολή στρατιωτικών δυνάμεων στο νησί. Την περιορισμένη δράση του ελληνικού στόλου συμπλήρωσε η αποστολή στην Κρήτη του υπασπιστή του βασιλιά Tιμολέοντος Bάσσου με δύναμη 1.500 αντρών. Oι ελληνικές δυνάμεις αποβιβάστηκαν στις 3 Φεβρουαρίου στον όρμο Kολυμπάρι και προσπάθησαν να δημιουργήσουν ένα τετελεσμένο κατοχής και προσάρτησης του νησιού στο ελληνικό κράτος.
Oι Δυνάμεις δεν αποφάσισαν τον αποκλεισμό του Πειραιά ή κάποια δυναμική κίνηση εναντίον της Eλλάδας, όπως ζητούσε η Πύλη και ο Kάιζερ. H αποβίβαση ευρωπαϊκών στρατιωτικών δυνάμεων στην Kρήτη δημιούργησε ένα κλίμα άμεσης σύγκρουσης, αλλά η συμπάθεια της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης για την Eλλάδα κλίμα απέτρεπε αυστηρότερη στάση της Aγγλίας και της Γαλλίας. Πιθανόν η κυβέρνηση Δηλιγιάννη περίμενε έναν αποκλεισμό ανάλογο με του 1886, για να απεμπλακεί από την υπόθεση με κάποια διπλωματικά κέρδη για την Kρήτη. H τελεσιγραφική διακοίνωση των Δυνάμεων στις 18 Φεβρουαρίου/2 Mαρτίου οδήγησε στην ανάκληση του ελληνικού στόλου. Oι στόλοι των Δυνάμεων απέκλεισαν το νησί και αποβίβασαν στρατεύματα κατοχής, επιβάλλοντας τη λύση της αυτονομίας του νησιού. Στα ελληνοτουρκικά σύνορα όμως η ένταση είχε κλιμακωθεί επικίνδυνα. Aπό τις 15 Mαρτίου ο διάδοχος Kωνσταντίνος αναλάμβανε την αρχιστρατηγία, προκαλώντας ενθουσιασμό και αναζωπυρώνοντας τον αλυτρωτικό αναβρασμό. O λαός, οι διανοούμενοι και οι στρατιωτικοί στη μεγάλη τους πλειονότητα επιθυμούσαν έναν εθνικό πόλεμο, τον οποίον αισιοδοξούσαν ότι θα κερδίσουν μάλλον εύκολα. Mετά την εισβολή των ενόπλων της Eθνικής Eταιρείας στη Mακεδονία, η ελληνική κυβέρνηση προσπάθησε να αποσείσει τις ευθύνες από πάνω της. Όμως η Πύλη ανακοίνωσε στις 5 Aπριλίου την απόφασή της να διακόψει τις διπλωματικές σχέσεις με την Aθήνα. 
H Aθήνα σύρθηκε στον πόλεμο, όμως η έκφραση του Δηλιγιάννη στο ενθουσιώδες κοινοβούλιο "έχομεν καθήκον να τον δεχθώμεν και τον εδέχθημεν" υποκρύπτει όλη την προκλητική στάση των διεισδύσεων της Eθνικής Eταιρείας και του πολεμικού πυρετού στο Kρητικό. O πόλεμος διεξαγόταν καιρό πριν από την επίσημη κήρυξή του και την έναρξη των οργανωμένων συνοριακών μαχών, από τις 6 ως τις 11 Aπριλίου.
Tα ελληνικά στρατεύματα απροετοίμαστα και άπειρα από πόλεμο ηττήθηκαν και αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν από τις αρχικές τους θέσεις. Oι οθωμανικές δυνάμεις άρχισαν να προωθούνται στα ελληνικά εδάφη. Στις 12 Aπριλίου κατέλαβαν τον Tύρναβο και την επομένη, ανήμερα του Πάσχα, τη Λάρισα. Oι ελληνικές δυνάμεις υποχώρησαν στα Φάρσαλα, όπου και ανασυντάχτηκαν. Mόνο μια ταξιαρχία υπό τοσυνταγματάρχη Kωνσταντίνο Σμολένσκη ανασυγκροτήθηκε στο Bελεστίνο, για να διατηρήσει τον έλεγχο του δρόμου και του σιδηροδρόμου προς την πόλη του Bόλου. Oι μάχες στο Bελεστίνο κράτησαν ως τις 24 Aπριλίου αναδεικνύοντας σε ήρωα τον Σμολένσκη. O συνταγματάρχης του Πυροβολικού απέτρεψε τους άντρες του από την άτακτη φυγή και τη λιποταξία και κράτησε τις θέσεις του για όσο χρόνο χρειάστηκαν οι υπόλοιπες δυνάμεις, για να υποχωρήσουν από τα Φάρσαλα στο Δομοκό.
Oι υπόλοιπες ελληνικές δυνάμεις υπό τον Kωνσταντίνο, αφού πολέμησαν στα Φάρσαλα μια ημέρα (23 Aπριλίου), υποχώρησαν στην πιο οχυρή θέση του Δομοκού στις 24 Aπριλίου. Δύο μέρες μετά τα οθωμανικά στρατεύματα κατέλαβαν το Bόλο. H τελευταία συντεταγμένη μάχη διεξήχθη στο Δομοκό στις 5 Mαΐου με τη συμμετοχή και των εθελοντών γαριβαλδίνων του Aμίλκα Kυπριάνη. H ήττα και η καταδίωξη από τους Tούρκους ώθησε τα ελληνικά στρατεύματα ως τα βόρεια της Λαμίας, όπου τα πρόλαβε η ανακωχή. Tην τύχη του θεσσαλικού μετώπου δεν ακολούθησε το ηπειρωτικό, αφού μετά τις μάχες των Πέντε Πηγαδιών (11-17 Aπριλίου) και του Γκρίμποβου (1-3 Mαΐου) οι άντρες του υποστράτηγου Θρασύμβουλου Mάνου υποχώρησαν ελάχιστα από τα σύνορα του 1881. Στη Θεσσαλία, μέσα σε ένα μήνα ο ελληνικός στρατός είχε χάσει το μεγαλύτερο μέρος των εδαφών, τα οποία είχαν δοθεί μέσω της διπλωματίας στην Eλλάδα πριν από μια δεκαπενταετία. H ανακωχή που κηρύχτηκε ύστερα από παρέμβαση του τσάρου στις 5 Mαΐου δεν τερμάτισε την κατοχή της Θεσσαλίας από τα οθωμανικά στρατεύματα, τα οποία αποχώρησαν μόλις το Mάιο του 1898, αφού προέβησαν σε μεγάλες καταστροφές και βιαιότητες. Oι εδαφικές απώλειες ήταν τελικά μικρές. Oι σημαντικότερες πληγές από τον ατυχή πόλεμο τυράννησαν την περηφάνια και το γόητρο της Eλλάδας. Για όλα αυτά κανένας τελικά δεν ανέλαβε μια καθαρή ευθύνη και η αρχική οργή ενάντια στο θρόνο και το διάδοχο με τον καιρό απαλύνθηκε.  Ίσως και για λόγους "εθνικού φιλότιμου" οι Έλληνες αρκέστηκαν στον αντιγερμανισμό και τη συνωμοτική ερμηνεία της ιστορίας, αποφεύγοντας μέχρι πρόσφατα να εξετάσουν πιο ψύχραιμα αυτό που η κυπριακή Σάλπιξ αποκαλούσε "ευγενή μας τύφλωση".
Επανάσταση του Κιλελερ ηταν Αιματηρά επεισόδια, που συνέβησαν στις 6 Μαρτίου 1910 και εντάσσονται στη μακρά ιστορία του αγροτικού ζητήματος στη Θεσσαλία. Παρότι έλαβαν χώρα κατά κύριο λόγο στην Λάρισα, πήραν το όνομά τους από το χωριό Κιλελέρ (Κυψέλη), από το οποίο δόθηκε το έναυσμα. Η επέτειος αυτή τιμάται κάθε χρόνο και αποτελεί την κορυφαία εκδήλωση της ελληνικής αγροτιάς, που έχει την ευκαιρία να προβάλει τα αιτήματά της. Το αγροτικό ζήτημα στη Θεσσαλία εμφανίζεται οξυμένο από την επαύριο της ένταξης της περιοχής στην ελληνική επικράτεια το 1881. Οι κολίγοι υπήρξαν οι χαμένοι της ενσωμάτωσης και οι τσιφλικάδες οι μεγάλοι κερδισμένοι. Το λάθος των κυβερνήσεων εκείνης της εποχής ήταν ότι εφάρμοσαν το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο, που ίσχυε στην Παλαιά Ελλάδα, παραγνωρίζοντας τα δικαιώματα των κολίγων, βάσει του οθωμανικού δικαίου. Επί Τουρκοκρατίας, οι τσιφλικάδες είχαν μόνο το δικαίωμα εισπράξεως των προσόδων επί των μεγάλων εκτάσεων που κατείχαν, ενώ οι κολίγοι είχαν πατροπαράδοτα δικαιώματα επί των κοινόχρηστων χώρων του τσιφλικιού (επί της γης, των οικιών, των δασών και των βοσκοτόπων). Με τη νέα κατάσταση, οι έλληνες πλέον τσιφλικάδες, που διαδέχθηκαν τους οθωμανούς, είχαν δικαιώματα απόλυτης κυριότητας σε όλη την ιδιοκτησία τους, ενώ οι κολίγοι είχαν περιπέσει σε καθεστώς δουλοπαροίκου. Οι κολίγοι διεκδίκησαν μαχητικά την επαναφορά των πραγμάτων στο προηγούμενο καθεστώς, ενώ έθεταν και θέμα απαλλοτριώσεων. Ο εκσυγχρονιστήςΧαρίλαος Τρικούπης, που κυριαρχούσε στην πολιτική σκηνή, ήταν αντίθετος με τη διανομή της γης στους κολίγους, γιατί δεν ήθελε να χάσει τους ξένους επενδυτές και την εισροή νέων κεφαλαίων στην Ελλάδα.
Η κατάσταση άλλαξε δραματικά στην αυγή του 20ου αιώνα, με την ίδρυση των πρώτων αγροτικών συλλόγων σε Λάρισα, Καρδίτσα και Τρίκαλα. Με τη βοήθεια φωτισμένων αστών της εποχής, οι κολίγοι υιοθέτησαν σύγχρονες μορφές πάλης (μαζικές κινητοποιήσεις, συλλαλητήρια στις μεγάλες πόλεις, ψηφίσματα σε Κυβέρνηση, Βουλή και Βασιλιά κ.ά.). Η δολοφονία του Μαρίνου Αντύπα από όργανο των τσιφλικάδων το 1907 χαλύβδωσε το αγωνιστικό τους φρόνημα. Στις αρχές του 1910, κύριο αίτημα των κολίγων ήταν η απαλλοτρίωση της γης και η διανομή των τσιφλικιών στους καλλιεργητές της, πάνω στη βάση της μικρής οικογενειακής ιδιοκτησίας. Η χώρα βρισκόταν υπό τον αστερισμό του Στρατιωτικού Συνδέσμου και πρωθυπουργός ήταν ο «υπηρεσιακός» Στέφανος Δραγούμης. Οι κολίγοι είχαν προγραμματίσει το Σάββατο 6 Μαρτίου πανθεσσαλικό συλλαλητήριο στη Λάρισα, με αφορμή τη συζήτηση του αγροτικού νομοσχεδίου στη Βουλή. Από νωρίς το πρωί άρχισαν να συρρέουν στην πόλη διαδηλωτές από τα γύρω χωριά. Στο σιδηροδρομικό σταθμό του Κιλελέρ, κάπου 200 χωρικοί θέλησαν να επιβιβασθούν σε τρένο χωρίς να πληρώσουν εισιτήριο. Ο διευθυντής των Θεσσαλικών Σιδηροδρόμων, Πολίτης, που επέβαινε στο τρένο, τους το αρνήθηκε. Οι χωρικοί οργίστηκαν κι άρχισαν να λιθοβολούν το συρμό, σπάζοντας τα τζάμια των βαγονιών. Το τρένο απομακρύνθηκε, αλλά σε απόσταση ενός χιλιομέτρου επαναλαμβάνονται οι ίδιες σκηνές από ομάδα 800 χωρικών. Οι άνδρες της στρατιωτικής δύναμης που ευρίσκοντο εντός του τρένου και μετέβαιναν στη Λάρισα για το συλλαλητήριο, διατάχθηκαν από τον επικεφαλής τους να πυροβολήσουν στον αέρα για εκφοβισμό. Οι χωρικοί εξαγριώνονται και τους επιτίθενται με πέτρες και ξύλα. Οι στρατιώτες ξαναπυροβολούν, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν δύο ή κατ' άλλους τέσσερις χωρικοί και να τραυματισθούν πολλοί. Ανάλογα επεισόδια έγιναν και στο χωριό Τσουλάρ (σήμερα Μελία), με δύο νεκρούς χωρικούς και 15 τραυματίες. Οι συμπλοκές μεταξύ άοπλων διαδηλωτών και δυνάμεων καταστολής επεκτάθηκαν και στη Λάρισα, όταν οι αγρότες πληροφορήθηκαν τα αιματηρά επεισόδια στο Κιλελέρ και το Τσουλάρ. Δύο κολίγοι έπεσαν νεκροί, όταν το ιππικό ανέλαβε δράση. Το συλλαλητήριο έγινε, τελικά, με ειρηνικό τρόπο στις 3 το μεσημέρι στην Πλατεία της Θέμιδος. Ο φοιτητής Γεώργιος Σχοινάς διάβασε το ψήφισμα της συγκέντρωσης, που απεστάλη στη Βουλή και την Κυβέρνηση. Οι αγρότες ζητούσαν άμεση ψήφιση του νομοσχεδίου για την απαλλοτρίωση των τσιφλικιών, ενώ εξέφρασαν τη βαθιά λύπη και οδύνη τους «για την άδικον επίθεσιν κατά του φιλήσυχου και νομοταγούς λαού, ής θύματα υπήρξαν άοπλοι και αθώοι λευκοί σκλάβοι της Θεσσαλίας». Για τις ταραχές στο Κιλελέρ, στο Τσουλάρ και τη Λάρισα, πολλά άτομα συνελήφθησαν και προφυλακίστηκαν. Αρκετοί αγρότες αθωώθηκαν στη συνέχεια με βουλεύματα, ενώ συνολικά 62 διαδηλωτές παραπέμφθηκαν σε δίκη. Αθωώθηκαν όλοι στις 23 Ιουνίου 1910, σε μια προσπάθεια εκτόνωσης της κατάστασης. Η εξέγερση του Κιλελέρ ξεσήκωσε κύμα συμπάθειας σε όλη τη χώρα, ενώ αυξήθηκε η κοινωνική πίεση για την επίλυση του αγροτικού ζητήματος. Η πολιτική εξουσία δεν μπορούσε άλλο να κλείνει τα μάτια. Το πρώτο δειλό βήμα για τη λύση του προβλήματος έγινε το 1911 από τον Ελευθέριο Βενιζέλο, που διαδέχθηκε τον Στέφανο Δραγούμη στην πρωθυπουργία. Πάρθηκαν ορισμένα νομοθετικά μέτρα υπέρ των κολίγων, αλλά απαλλοτριώσεις δεν έγιναν κι ένας λόγος ήταν οι πόλεμοι που ακολούθησαν. Μόνο μετά το 1923, όταν το πρόβλημα της αποκατάστασης των προσφύγων έλαβε εκρηκτικές διαστάσεις, άρχισαν από την κυβέρνηση Νικολάου Πλαστήρα απαλλοτριώσεις τσιφλικιών σε μεγάλη κλίμακα.
Πηγή: http://www.biblionet.gr/book/157536/Αρσενίου,_Λάζαρος_Α./Η_Θεσσαλία_στην_Τουρκοκρατία
http://omospamari.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=1139:-1821-1881&catid=86:2013-04-27-21-12-05&Itemid=120
http://www.ime.gr/chronos/12/gr/1833_1897/foreign_policy/facts/06.html
http://www.ime.gr/chronos/12/gr/1833_1897/foreign_policy/facts/08.html
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Ελληνική_Επανάσταση_του_1821
https://www.sansimera.gr/articles/224

Μεσαιωνική Θεσσαλια : Από την Ρωμαϊκή κατάκτηση εως την Βυζαντινη εποχή και την Οθωμανική κατάκτηση

 Μετά τον θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου, θέλησαν να απαλλαγούν από τους Μακεδόνες αλλά νικήθηκαν κι έμειναν υπήκοοι της Μακεδονίας ως το 197 π.Χ. Τη χρονιά εκείνη, οι Μακεδόνες νικήθηκαν από τους Ρωμαίους στις Κυνός Κεφαλές. Οι Θεσσαλοί έμειναν μισό αιώνα ελεύθεροι, ιδρύοντας ομοσπονδίες («κοινά»). Στα 146 π.Χ., η Θεσσαλία συγχωνεύτηκε στη ρωμαϊκή επαρχία της Μακεδονίας. Στα 27 π.Χ., οι Ρωμαίοι την ενέταξαν στην Αχαΐα. Οι Θεσσαλοί βρήκαν την ησυχία τους και μπόρεσαν να ευημερήσουν. Στα χρόνια του Πλίνιου (Α’ μ.Χ. αιώνας) η Θεσσαλία αριθμούσε 75 πόλεις με τη Λάρισα και τον Φάρσαλο να διατηρούν τα παλιά τους μεγαλεία και με την Δημητριάδα να τις συναγωνίζεται.
Τον Δ’ αιώνα, η Θεσσαλία βρέθηκε στον δρόμο των επιδρομέων Γότθων και Ούννων και λεηλατήθηκε άγρια. Τον Ε’, ξέσπασαν διωγμοί εναντίον των εβραίων κατοίκων της περιοχής, ενώ, από το 540, ενέσκηψαν οι Σλάβοι. Οι συνεχείς επιδρομές τους κατάφεραν οδυνηρά πλήγματα στους Θεσσαλούς αλλά τον επόμενο αιώνα, όσοι από τους Σλάβους είχαν εγκατασταθεί σε χωριστές κοινότητες, είχαν αφομοιωθεί όπως μαρτυρούν επεισόδια που έχουν να κάνουν με πολιορκία της Θεσσαλονίκης (κάτοικοι σλαβικών κοινοτήτων έσπευσαν σε βοήθεια των πολιορκημένων). Το διάλειμμα ηρεμίας που ακολούθησε, επέτρεψε στους κατοίκους της Θεσσαλίας να ζήσουν ειρηνικά και να ευημερήσουν. Οι πηγές αναφέρουν τεράστια ακμή της Λάρισας και μεγάλη άνθιση της Τρίκκης (Τρικάλων), των Σταγών, της Ελασσόνας και του Φάρσαλου, ενώ σε ακμή (μικρότερη των προηγουμένων) βρίσκονταν η Καρδίτσα, το Βελεστίνο, ο Αλμυρός, ο Πλάτανος και η Δημητριάδα. Η τελευταία, γνώρισε τη φρίκη των Σαρακηνών πειρατών, όταν το 896 πολιορκήθηκε και υπέκυψε σ’ αυτούς. Οι Σαρακηνοί έσφαξαν, λεηλάτησαν, άρπαξαν κι αποχώρησαν. Μετά, ήρθε η σειρά των Βουλγάρων να εισβάλουν στα εδάφη της Θεσσαλίας. Ο Ι’ αιώνας πέρασε με συνεχείς βουλγαρικές επιδρομές και διαλείμματα ησυχίας. Σε μια από αυτές, ο τσάρος Σαμουήλ πήρε τη Λάρισα, ανάγκασε πολλούς κατοίκους της να μετοικήσουν στη Βουλγαρία και ενέταξε στον στρατό του εκείνους που θεώρησε ότι μπορούσαν να φέρουν όπλα. Ακολούθησαν μερικές ειρηνικές δεκαετίες ώσπου, στα 1081, στη Θεσσαλία επέπεσαν οι Νορμανδοί. Ο υπερασπιστής της Λάρισας, Λέων Κεφαλάς, άντεξε την στενή πολιορκία του Νορμανδού Βοημούνδου ώσπου, μετά από έξι μήνες, εδέησαν να εμφανιστούν τα βυζαντινά στρατεύματα και να λύσουν την πολιορκία (1084). Είναι η εποχή που η Θεσσαλία διέθετε μόνο ορθόδοξες ελληνικές εκκλησίες, οι Θεσσαλοί μιλούσαν ελληνικά και αυτοπροσδιορίζονταν Έλληνες. Είναι όμως και η εποχή που η Θεσσαλία άρχισε να αποκαλείται Μεγάλη Βλαχία. Με τους Βλάχους να νιώθουν και να είναι Έλληνες. Στα 1084, κατοικούσαν στα ορεινά της Βόρειας Θεσσαλίας. Τον επόμενο αιώνα, σε όλα τα θεσσαλικά βουνά. Τον μεθεπόμενο, γύρω από την Όθρη. Με τη Θεσσαλία να έχει διανεμηθεί σε φέουδα (πολλά ως προσωπικές περιουσίες αυτοκρατορικών συζύγων), ανάμεσα στα οποία και της κραταιάς οικογένειας των Μελισσηνών. Μετά, ήρθαν οι Φράγκοι.
Κατά την Βυζαντινή περίοδο αυτή στάλθηκαν από τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία ευγενείς, οι λεγόμενοι Κεφαλάδες, για να διοικήσουν την περιοχή. Από εκείνα τα χρόνια αρχίζει και ο κερματισμός της Θεσσαλικής γης σε μεγάλα φέουδα υπό τη διοίκηση ισχυρών οικογενειών. Η περιοχή της Θεσσαλίας χαρακτηριζόταν και ως Βλαχία ή Μεγαλοβλαχία. Ύστερα από την Δ' Σταυροφορία (1204) τμήματα της Θεσσαλίας έλαβαν ως φέουδα σταυροφόροι, όπως ο Γουλιέλμος ντι Λάρσα (τη Λάρισα) και ο Βερθόλδος (τις Φερές). Αργότερα, βρέθηκε στη διοίκηση του Δεσποτάτου της Ηπείρου, αλλά μετά τον θάνατο του Μιχαήλ Β΄ (1268) ιδρύθηκε ανεξάρτητο θεσσαλικό κρατίδιο που έφτανε στην ακμή του μέχρι τον Κορινθιακό κόλπο, με πρωτεύουσα την Υπάτη και διοικητή τον Ιωάννη Α' Δούκα, νόθο γιο του Μιχαήλ, ο οποίος το διοίκησε από το 1263 ως το 1289-90. Έπειτα τον διαδέχτηκε ο Κωνσταντίνος Δούκας και αυτόν ο Ιωάννης Β'. Από το 1320 μέχρι το 1390 σημαντικό ρόλο παίζει στην περιοχή της Θεσσαλίας το Δουκάτο των Νέων Πατρών, με αρχικό διοικητή τον Αλφόνσο Φαντρίκ, αρχηγό της Καταλανικής Εταιρείας, ο οποίος μετά το θάνατο του Ιωάννη Β΄ Δούκα το 1318, εισέβαλε στη Θεσσαλία και κατέκτησε το Λιδωρίκι, το Σιδηρόκαστρο, το Ζητούνι, το Γαρδίκι, το Γαλαξίδι και τη Βιτρινίτζα και έγινε «γενικός Βικάριος» των δουκάτων των Αθηνών και Νέων Πατρών το 1319.
Το Δουκάτο Νέων Πατρών ιδρύθηκε στην Ελλάδα μετά την κατάκτηση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας κατά την Δ' Σταυροφορία (Φραγκοκρατία), με κέντρο την πόλη των Νέων Πατρών, τη σημερινή Υπάτη, στην κοιλάδα του Σπερχειού, δυτικά της Λαμίας. Το 1318-1319 οι Αλμογάβαροι της Καταλανικής εταιρείας, αφού είχαν κατακτήσει το μεγαλύτερο μέρος του Δουκάτου των Αθηνών, επεκτάθηκαν στα εδάφη της αυτόνομης ηγεμονίας της Θεσσαλίας, όπου επικρατούσε αναρχία μετά τον θάνατο του ηγεμόνα Ιωάννη Β΄ Δούκα. Υπό την ηγεσία του Αλφόνσο Φαντρίκε, γιου του Βασιλιά του Βασιλείου της Σικελίας, κατέλαβαν τμήματα της νότιας Θεσσαλίας. Τα νέα εδάφη ενώθηκαν με το Δουκάτο των Αθηνών με το όνομα Δουκάτο Αθηνών και Νέων Πατρών. Το Δουκάτο χωρίστηκε στα καπετανάτα Σιδηροκάστρου, Νέων Πατρών και Σαλώνων (Άμφισσας). Μεγαλο μέρος των κτήσεων του Δουκάτου στη Θεσσαλία κατακτήθηκε από τους Σέρβους του Στεφάνου Δουσάν το 1337. Το 1377, τον τίτλο του Δούκα Νέων Πατρών πήρε ο Πέτρος Δ΄ της Αραγωνίας. Ο τίτλος διατηρήθηκε από τους διαδόχους του και είναι ακόμη μέρος του πλήρους τίτλου των μοναρχών της Ισπανίας. Οι επιθέσεις της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας σταδιακά μείωσαν τα εδάφη του Δουκάτου μέχρις ότου ό,τι απέμεινε από αυτό, έπεσε στα χέρια της Δημοκρατίας της Φλωρεντίας το 1390. Η Υπάτη από το 1180 μέχρι το 1824 είχε επίσκοπο με τον τίτλο «Επίσκοπος Νέων Πατρών» και για αποφυγή σύγχυσης ο Μητροπολίτης Πατρών λεγόταν «Παλαιών Πατρών».
Η πρώτη οθωμανική εισβολή στη Θεσσαλία έλαβε χώρα το 1386. Κατά τη διάρκειά της κατελήφθησαν κατά σειρά το κάστρο του Πλαταμώνα, το κάστρο της Ωριάς στα Τέμπη και η Λάρισα. Ο Στρατηγός των Οθωμανών, ένας από τους κορυφαίους του σουλτάνου, ο Εβρενός μπέης, ο ονομαζόμενος και πορθητής της Λάρισας, που ήταν Έλληνας αρνησίθρησκος, έχοντας μαζί του τον στρατιωτικό αρχηγό Χαϊρεντίν πασά κατέλαβαν τη Θεσσαλία επί Μουράτ Β΄, το 1386/7. Ο Εβρενός πέθανε το 1417 και θάφτηκε στη νέα οθωμανική πόλη της Δ. Μακεδονίας, τα Γιαννιτσά. Την ίδια περίοδο ο Αλέξιος Φιλανθρωπινός, ο λεγόμενος Καίσαρ της Μεγάλης Βλαχίας, παρέμενε οχυρωμένος στα Τρίκαλα μέχρι και το θάνατό του, που μάλλον συνέβη το 1388. Συνεπώς αυτή η πρώτη φάση της οθωμανικής εισβολής στη Θεσσαλία τερματίστηκε στην περιοχή της Λάρισας. Έξι χρόνια αργότερα, το 1392/3, άρχισε η δεύτερη φάση της οθωμανικής εξάπλωσης στη Θεσσαλία άρχισε υπό την ηγεσία και πάλι του Εβρενός και κατέληξε το 1394 υπό την αρχιστρατηγία του ίδιου του σουλτάνου Βαγιαζήτ Α΄. Ο Εβρενός επικεφαλής ισχυρού στρατού, πέρασε το 1392 τα Τέμπη.
Η παράδοση έχει διασώσει  τραγούδια και θρύλους για το λεγόμενο Κάστρο της Ωριάς των Τεμπών, το οποίο βρισκόταν σε απόκρημνο σημείο της ομώνυμης κοιλάδας από την πλευρά της Όσσας, απέναντι από την Αγία Παρασκευή, ίχνη του οποίου σώζονται ως τις μέρες μας. Σύμφωνα με το θρύλο, κάποιος Οθωμανός εξαπάτησε την κόρη του άρχοντα του κάστρου υποδυόμενος ορθόδοξο μοναχό που ζητούσε καταφύγιο στο κάστρο. Έτσι η οχυρή θέση έπεσε στα χέρια των γαζήδων. Αφού οι Οθωμανοί κατέλαβαν και πάλι το κάστρο της Ωριάς, αντιμετώπισαν με άνεση στην έξοδο της κοιλάδας το στρατό του νέου Καίσαρα της Μεγαλοβλαχίας Μανουήλ Άγγελου Φιλανθρωπινού, που ήταν αδελφός του νεκρού Αλέξιου. Έτσι ο οθωμανικός στρατός, χωρίς καμιά άλλη αντίσταση, κατάλαβε ξανά τη Λάρισα. Την ίδια χρονιά έπεσαν προσωρινά (1403) στα χέρια των Οθωμανών η Σκιάθος και η Σκόπελος.  Το 1394 την αρχιστρατηγία του οθωμ. στρατού ανέλαβε ο Βαγιαζήτ ο οποίος και υπέταξε την ίδια χρονιά κατά σειρά τα Φάρσαλα, το Δομοκό, το Ζητούνι, τις Θερμοπύλες και την παλιά πρωτεύουσα του θεσσαλικού κράτους Υπάτη (Νέες Πάτρες), η οποία μετονομάστηκε από τους Οθωμανούς σε Πατρατζίκ. Μετά τη λήξη των επιχειρήσεων παραχώρησε μεγάλο μέρος της Θεσσαλίας, ως φέουδο, στον Εβρενός, τιμώντας τον κατ’ αυτόν τον τρόπο για την προσφορά του. Το 1396/7, ο Εβρενός συνέχισε το καταστροφικό του έργο, λεηλατώντας περιοχές της Στερεάς και της Πελοποννήσου, ενώ ο Βαγιαζήτ συνέχισε τις κατακτήσεις του στο θεσσαλικό έδαφος (Τρίκαλα, Βαθύρρεμα, Φανάρι, Γόλος [Βόλος] κ. ά.). Χρονιά σταθμός ήταν το 798 μετά Εγίραν, σύμφωνα με τις τουρκικές πηγές, (1395-6), διότι τότε έπεσε η πιο οχυρή θεσσαλική πόλη, τα Τρίκαλα, τα οποία στη συνέχεια απετέλεσαν έδρα του πρώτου Οθωμανού πασά (διοικητή) της Θεσσαλίας, Τουραχάν (ή Τουρχάν).
Κατόπιν της συμφωνίας του 1403, που συνήφθηκε μεταξύ του γιου του σουλτάνου Βαγιαζήτ, Σουλεϊμάν Α΄ και του Μανουήλ Παλαιολόγου, αρκετά από τα κατακτημένα εδάφη επιστράφηκαν στο βυζαντινό κράτος, μεταξύ των οποίων και η Ανατολική Θεσσαλία μέχρι τη Λάμία. Ο νέος σουλτάνος Μεχμέτ (Μωάμεθ) Α΄ (1423-1421) ανανέωσε τη συνθήκη του 1403 παραχωρώντας επιπλέον και άλλα φρούρια και χωριά της Θεσσαλίας στους Βυζαντινούς. Οι Βενετοί μ’ αυτή τη συνθήκη ήλεγχαν το κάστρο του Πτελεού και των Λεχωνίων έχοντας τη νομή των καλλιεργειών του κάμπου των Λεχωνίων. Μετά το θάνατο του Μεχμέτ (1421) ο Μανουήλ συνεργάστηκε με τους εμίρηδες κατά του νέου σουλτάνου Μουράτ Β΄. Ο Μουράτ αφού αντιμετώπισε με επιτυχία τους στασιαστές, ολοκλήρωσε την κατάκτηση της Θεσσαλίας, σχεδόν αναίμακτα, με στρατηγό τον Τουραχάν μπέη. Η κατάκτηση τη φορά αυτή συνοδεύτηκε από οργανωμένη εγκατάσταση πολυάριθμων μουσουλμάνων από την Ανατολία. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς ήταν αγροτικές οικογένειες από το Ικόνιο της Καππαδοκίας. Αυτοί συνοικίστηκαν σε χωριά της βορειοανατολικής Θεσσαλικής πεδιάδας και ονομάζονταν Κονιαρέοι ή Κόνιαροι από τον τόπο καταγωγής τους (Ικόνιο). Μια άλλη ομάδα μουσουλμάνων εποίκων, που έφθασαν λίγο αργότερα στη Θεσσαλία (1463), ήταν οι Γιουρούκοι οι οποίοι ασχολούνταν με την κτηνοτροφία και εγκαταστάθηκαν στις παρυφές του Ολύμπου. Στη συνέχεια ο Τουραχάν διαμοίρασε το θεσσαλικό κάμπο, σε ντόπιους εκούσια εξισλαμισθέντες φεουδάρχες και σε δικούς του αξιωματούχους, υπό τη μορφή φέουδων. Ο λόγος της διανομής ήταν η επιβράβευση αυτών για τη συμβολή τους στην κατάκτηση της Θεσσαλίας. Η ίδια η Λάρισα άλλαξε όνομα και μετονομάστηκε από τους Οθωμανούς «Γενή Χεσίρ», δηλαδή Νέα Πόλη, χωρίς όμως να καταφέρουν να εκτοπίσουν το παλιό της όνομα.
Το 1423 ολοκληρώθηκε και η τρίτη φάση της οθωμανικής κατάκτησης της Θεσσαλίας. Η τελευταία προσπάθεια των Βυζαντινών εναντίον της οθωμανικής επέκτασης στη Θεσσαλία ήταν μια παράτολμη ενέργεια του Δεσπότη του Μυστρά Κωνσταντίνου Παλαιολόγου. O Κων/νος, επικεφαλής στρατιωτικού σώματος, το 1445 προέλασε στη Στερεά και εισήλθε στη Θεσσαλία περνώντας από το Φανάρι και έφτασε στα ορεινά των Αγράφων. Επειδή όμως ότι ισχυρές τουρκικές δυνάμεις είχαν συγκεντρωθεί στο Βελεστίνο (1446), αναγκάστηκε να υποχωρήσει νοτιότερα. Η αντίσταση των Ελλήνων που ήταν περιορισμένη στα ορεινά της Θεσσαλίας εγκαταλείφθηκε μετά την άλωση της Πόλης (1453). Τότε φαίνεται πως έπεσε οριστικά και το Φανάρι στα χέρια των εισβολέων. Το 1454 υπογράφηκε συνθήκη μεταξύ του Μωάμεθ Β΄ (Πορθητή) και των Βενετών, οι Τούρκοι αποκτούσαν τον έλεγχο των τελευταίων δυο οχυρών της Θεσσαλίας: των κάστρων του Πτελεού και του Γαρδικίου. Όμως η συμφωνία έμελλε να γίνει πράξη το 1470, μετά την πτώση της Εύβοιας (1470). Τα τελευταία οχυρά εκπορθήθηκαν, ενώ οι Βενετοί υπερασπιστές των σκοτώθηκαν μέχρι ενός από τους Τούρκους, και οι Έλληνες κάτοικοι αιχμαλωτίστηκαν και οδηγήθηκαν σιδηροδέσμιοι στην Κων/λη.
Πηγή: https://el.m.wikipedia.org/wiki/Δουκάτο_Νέων_Πατρών
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Θεσσαλία
http://aktines.blogspot.gr/2014/06/blog-post_5007.html
http://aktines.blogspot.gr/2016/01/1470.html
http://historyreport.gr/index.php/Πατριδογνωσία/Θεσσαλία/1540--4-------