Κυριακή, 22 Απριλίου 2018

Ο ηρωισμός των Ελλήνων μέσα από τα ακριτικά τραγούδια του βυζαντινού ελληνισμού (Μέρος Β')

Ακριτικά τραγούδια ονομάζονται τα δημοτικά τραγούδια που αναφέρονται στα κατορθώματα των Ακριτών, των φρουρών των ανατολικών συνόρων της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Τα ακριτικά τραγούδια είναι τα παλαιότερα ελληνικά δημοτικά τραγούδια που σώζονται και συγγενεύουν με το έμμετρο αφήγημα του 12ου αι., το γνωστό ως «Έπος του Διγενή Ακρίτα». Γενικά, τα ακριτικά τραγούδια διακρίνονται από τα πλούσια χαρακτηριστικά του δημοτικού τραγουδιού και ιδιαίτερα για την πνοή τους, την ηρωική και πολεμική αναφορά τους, την πυκνότητα αλλά και τη λιτότητα του λόγου καθώς και για την πλαστική τους δύναμη. Κύριος στόχος τους είναι η έξαρση της τιτάνιας προσωπικής λεβεντιάς που στο στόμα του ελληνικού λαού γίνεται τραγούδι - θρύλος. Αποτελούν έκφραση εν προκειμένω της τιτάνιας αντιπαλότητας του Βυζαντίου κατά των βαρβάρων και του αγροίκου χαρακτήρα των Αράβων και κάθε άλλων επιδρομέων ως παρασιτικών στοιχείων της Αυτοκρατορίας. Συνέπεια των παραπάνω είναι οι ήρωες αυτών των τραγουδιών να παρουσιάζονται σαν άτομα εξαιρετικής ανδρείας, συχνά με υπερφυσικές δυνατότητες και διαστάσεις: επιδεικνύουν πολεμικές ικανότητες από μικρή ηλικία και είναι σε θέση να κατατροπώσουν μόνοι μεγάλα στρατεύματα. Τα κατορθώματα των ακριτικών ηρώων παρουσιάζουν διάφορες μορφές: Στο Άσμα του Αρμούρη ο νεαρός ήρωας, ο Αρέστης, γιος του Αρμούρη, κάνει έφοδο στο στρατόπεδο των Σαρακηνών για να ελευθερώσει τον αιχμάλωτο πατέρα του, εξοντώνει τους εχθρούς και προκαλεί τον θαυμασμό του Εμίρη για το θάρρος και την αποφασιστικότητά του, με αποτέλεσμα ο Εμίρης να του προσφέρει ως σύζυγο την κόρη του. Στο τραγούδι Των γιων του Ανδρόνικου ο ήρωας (γιος του Ανδρόνικου) γεννήθηκε στην αιχμαλωσία, αφού οι Σαρακηνοί σε μια επιδρομή απήγαγαν την έγκυο μητέρα του. Σε πολύ νεαρή ηλικία νίκησε σε αγώνισμα τους Σαρακηνούς και δραπέτευσε για να βρει τον πατέρα του. Σε άλλα τραγούδια εμφανίζεται το μοτίβο της αρπαγής μιας κοπέλας από τους Σαρακηνούς και της απελευθέρωσής της από τον άντρα της. Ο ήρωας σε πολλά από αυτά είναι ο Διγενής Ακρίτας, αλλά υπάρχουν και παραλλαγές με άλλους ήρωες, όπως το μικρό Βλαχόπουλο. Τέλος, μεγάλη ομάδα τραγουδιών είναι αυτή που εξιστορεί τον θάνατο του Διγενή μετά την μάχη με τον Χάρο. Εκ του περιεχομένου τους όσα πολεμικά ή ηρωικά, δημοτικά τραγούδια έχουν συγγένεια θέματος ανήκουν σε μια ενότητα ή σύνολο που αποκαλείται κύκλος (ακριτικών τραγουδιών). Διακρίνονται δύο τέτοιοι κύκλοι, ο κύκλος γνησιότητας και ο κύκλος διασκευών. Εν προκειμένω ο πρώτος κύκλος φέρει το όνομα του Διγενή ακρίτα. Λόγω δε της μεγάλης ποικιλίας των ακριτικών τραγουδιών προέκυψε το ακριτικό έπος του οποίου κύριο πρόσωπο είναι ο Διγενής. Σημειώνεται ότι σε όλες τις παραλλαγές και χειρόγραφα παραμένει απροσδιόριστος ο χρόνος καταγραφής τους. Τα ηρωικά και αφηγηματικά τραγούδια γνώρισαν ευρεία διάδοση στον ελληνικό χώρο, όχι μόνο στις ακρτικές περιοχές αλλά και στην ηπειρωτική Ελλάδα. Επίσης η φήμη για τα κατορθώματα των ακριτών ηρώων διαδιδόταν κι αυτή. Δημιουργήθηκαν διάφορες παραλλαγές τους για τους ίδιους ή παρόμοιους άθλους ακριτών, ανεξάρτητα από τα αντίστοιχα των ακριτικών περιοχών. Έτσι έχουμε είτε καθαρά ακριτικά τραγούδια, είτε συγχωνέυσεις με άλλα είδη όπως το κλέφτικο τραγούδι, όπου οι κλέφτες ταυτίστηκενα με τους ακρίτες και οι Τούρκοι γενίτσαροι με τους Σαρακηνούς. Του Μικροκωνσταντίνου είναι ένα μεσαιωνικό αρβανίτικο τραγούδι που τραγουδιέται ακόμη και σήμερα από τους ελληνόφωνους της Κάτω Ιταλίας(αρβανίτες στην καταγωγή) αλλά και από τους αρβανίτες του νομού Αργολίδος. Ανήκει στον ευρύτερο κύκλο των ακριτικών τραγουδιών σε δώριο τρόπο του οξέος mi (mi+) όπως τραγουδιέται. Η φήμη του συγκεκριμένου τραγουδιού φτάνει πολύ πίσω και από την εποχή του άρχοντα Λέοντα Σγουρού (ο πρώτος Αρβανίτης ηγεμόνας στην Ελλάδα που αντέταξε άμυνα στους Φράγκους 1204 -1211).
ΕΝΑΣ ΑΓΟΥΡΟΣ ΚΙ ΕΝΑΣ ΚΑΛΟΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ : Ένας άγουρος κι ένας καλός στρατιώτης κάστρο γύρευε, χωριό να πα'να μείνει Βρίσκει ένα δεντρί, του κάμπου κυπαρίσσι Δέντρο μ’ άφσε με στον ίσκιο σου να κάτσω και να κοιμηθώ Να η ρίζα μου και δέσε τ’ άλογό σου,  να οι κλώνοι μου, κρέμασε τ’ άρματά σου Να κι ο ίσκιος μου, γύρε και ξεκουράσου Κι αύριο του ταχύ το δίκιο μου γυρεύω. Τρι'ασκιά νερό στη ρίζα μου να ρίξεις και ώρα μου καλή Ένας άγουρος κι ένας καλός στρατιώτης κάστρο γύ κάστρο γύρευε, ρωμιοπού ρωμιοπούλα μου κάστρο γύρευε, χωριό να πάει να μείνει κι ούδε κάστρο βρίσκ’ κι ούδε χωριό να μείνει βρίσκει ένα δεντρί, δεντρί μαλαματένιο, στέκ’ και το ρωτάει, στέκεται και του λέει. Δέξε με δεντρί εμέν’ και τ’ άλογό μου, πού είν’ η ρίζα σου να δέσω τ’ άλογό μου, πού είν’ η κλώνα σου να βάλω τ’ άρματά μου; Για κι η ρίζα μου δέσε και τ’ άλογό σου, για κι η κλώνα μου βάλε και τ’ άρματά σου για κι ο ίσκιος μου πέσε να ξαποστάσεις κι αύριο το ταχιά το δίκιο μ’ το γυρεύω δυο σταμνιά νερό στη ρίζα μου να ρίξεις.
Του Μικροκωνσταντίνου : Στα αρβανίτικα με Ελληνική μετάφραση ακριβώς δίπλα.
Κωνσταντίνι ι βογγέλθι           (Ο Κωνσταντίνος ο μικρός)
κέι τρι ντιτ τσσε ντέτερ ίσστε  (τρεις μέρες γαμπρός ήταν)
κουρ ι θρίτι μπρέτι ι Νάπλες     (όταν τον κάλεσε ο βασιλιάς τ' Αναπλιού)
ψε ε κέι περ σσοκ τε πάρε        (γιατί τον είχε σύντροφο ξεχωριστό)
Ι τεργκόι τε πάρεν καρτ          (Του έστειλε το πρώτο γράμμα)
εδέ σστούρι νιε γκαγιόφ          (και το ’ριξε στην τσέπη του)
ι τεργκόι τε ντίνεν κάρτ         (του 'στειλε το δεύτερο γράμμα)
εδέ σστούρι νιε γκαγιόφ          (και το ’ριξε στην τσέπη του)
ι τεργκόι τε τρίτεν              (του 'στειλε το τρίτο)
εδέ γιο νουκ μουντ τ'ι  θόι      (και δεν μπορούσε να πει όχι)
Νιέντε βίτρα ε νιεντε ντίντε     (Εννιά χρόνια και εννιά μέρες)
κέι μπούκουρα τε πρίτε           (έπρεπε να περιμένει η ομορφούλα)
πο σα σσκούαν νιέντε βίτρα       (καθώς πέρασαν εννιά χρόνια)
νιέντε βίτρα ε νιέντε ντίτε      (εννιά χρόνια και εννιά μέρες)
με ξούλιε ε σσκαμαντίλιε         (με σκουφιά και μαντήλια_
βαν ε ζουν νιε ταλαντούσε        (πιάσανε ένα χελιδονάκι)
νιε λιεπούσσ νιε κραχε ι λίδνε   (μια κορδελίτσα του έδεσαν στον ώμο)
δε ι σσκρούαιτιν Κώνσταντίνιτ    (και το έστειλαν στον Κωνσταντίνο)
Σσκούαν βίτρεζατ ντε ντίτετ      (Πέρασαν τα χρόνια και οι μέρες)
βέτε ε μπούκουρα νιε κλίσε       (πάει η όμορφη στην εκκλησία)
Κωνσταντίνι κάλιν γκετ           (Ο Κωνσταντής καβαλίκεψε τ' άλογο)
άτε κάλιν τε μπρίμουριθ          (τ' άλογο το γρήγορο)
σσπέιτ άρεν νιε ντερ ε κλίσσε    (και ξεπεζεύει στην πόρτα της εκκλησίας)
τε κου γκιούρμεζα εδέ ίσστε      (όπου ακόμα φαίνονται τα χνάρια)
Κάλιν λίδε ε μπρέντα χινε        (Δένει τ' άλογο και μέσα μπαίνει)
σσεχ τε μπούκουραν νιε λιότε     (βλέπει την όμορφη να κλαίει)
''Ο γιου κρουσσκ,ο γιου μπουγιάρ ("Ω εσείς συμπέθεροι, ω εσείς ευγενείς)
ισστε κι τρίμι κρόρι ι πάρι''    (αυτό το παλικάρι ήταν το πρώτο μου στεφάνι")
Κωνσταντίνι νούσεν μούαρ          (Ο Κωνσταντίνος τη νύφη παίρνει)
ε νγκα ντέρα μάδε ντούαβ         (και από τη μεγάλη πόρτα βγήκε).
Πηγή : https://el.m.wikipedia.org/wiki/Ακριτικά_τραγούδια
http://www.stixoi.info/stixoi.php?info=Lyrics&act=details&song_id=8244
http://kithara.to/ss.php?id=RFVjdZZb5a780tvAKILv8Xgk-LbZbNF2bf_UPbz7ZBnDJXi2zPupLfDHsEXTtUiQxfgSyko3qz1yxL_LulzzNg==

Ο ηρωισμός των Ελλήνων μέσα από τα ακριτικά τραγούδια του βυζαντινού ελληνισμού (Μέρος Α')

Από των εσχατιών της Καππαδοκίας μέχρι των Ιονίων νήσων, και από της Μακεδονίας και των χωρών των δυτικών ακτών του Ευξείνου μέχρι της Κρήτης και της Κύπρου, άδονται μέχρι του νυν άσματα, αφηγούμενα τους άθλους και τάς περιπετείας του Διγενή και τους αγώνας αυτού προς του Απελάτας και τους Σαρακηνούς, και φέρονται δια στόματος παραδόσεις, αναφερόμεναι εις τόπους και αντικείμενα, μεθ' ων συνδέεται το όνομα αυτού. Εις ταύτα η φαντασία του λαού εγκατέπλεξε μύθους, ων τους πλείστους παρέλαβεν ανακαινίσασα εκ της πλουσίας μυθικής κληρονομιάς της αρχαιότητος, και απήρτισε τον ιδεώδη τύπον ήρωος νεαρού ως ο Αχιλλεύς, κραταιού ως ο Ηρακλής και ενδόξου ως ο Αλέξανδρος. Εν κεφαλαίω δ' ειπείν εις τον Διγενή Ακρίτην αποκορυφούνται οι πόθοι και τα ιδεώδη του ελληνικού έθνους, διότι εν αυτώ συμβολίζεται η μακραίων και άληκτος πάλη του ελληνικού προς τον μουσουλμανικόν κόσμον". Το ακριτικόν τούτο άσμα (Το μικρό Βλαχόπουλο), το ζητούν να παραστήση τεραστίαν την πολεμικήν αρετήν των Ακριτών, συνδέεται στενώς μετά του άσματος των υιών του Ανδρόνικου. Ο Κωσταντίνος ο μικρός είναι ο πολλάκις εις τα ακριτικά άσματα μνημονευόμενος υιός του Ανδρονίκου, το μικρό Βλαχόπουλον είναι το αιχμάλωτον τέκνον αυτού, και ο Αλέξης ίσως ο Αλέξανδρος άλλων ακριτικών ασμάτων. Και το τέλος των δύο ασμάτων συμπίπτει. Ο ήρως, μεθυσθείς εκ του χυθέντος αίματος και αδυνατών να διακρίνη τον φίλον από του εχθρού, φωνάζει εις τους συντρόφους του να προφυλαχθούν, όπως μη εν τη παραφορά του τους φονεύση. Ενιαχού της Στερεάς Ελλάδος τραγουδείται κατά τας Απόκρεως προς ιδιάζοντα χορόν, τον λεγόμενον κουνητόν. έπος του Διγενή Ακρίτου, δια μακρών αφηγούμενον το επεισόδιον της αρπαγής υπό τούτου της θυγατρός του στρατηγού Δούκα Ευδοκίας, ουδαμώς μνημονεύει άλλην αρπαγήν ταύτης, γενομένης συζύγου του ήρωος, υπό εχθρών αυτού Απελατών ή Σαρακηνών. Αλλά φαίνεται ότι το επεισόδιον τούτο της αρπαγής της γυναικός του Ακρίτου ανήκει εις τα παλαιότατα στοιχεία της ακριτικής ποιήσεως, διότι είναι το θέμα δημοτικού άσματος, το οποίον εις παμπληθείς παραλλαγάς είναι διαδεδομένον ανά πάσας τας ελληνικάς χώρας. Είς τινας των παραλλαγών τούτων παρατηρείται συμφυρμός προς το άσμα περί της αρπαγής της Ευδοκίας υπό του Διγενή και της διώξεως τούτου υπό πατρός της κόρης. Αι πλείσται δε τοσαύτας παρουσιάζουν μεταβολάς, απομακρυνόμεναι της αρχικής διατυπώσεως, ώστε αν εκάστη αυτών εξητάζετο καθ' εαυτήν άνευ παρεξετάσεως προς τας άλλας παραλλαγάς, δυσχερέστατη θα ήτο η αναγνώρισις της συνάφειας προς τακριτκά άσματα. Το θέμα της επανόδου του ήρωος ανδρός μετά μακράν απουσίαν και της παρακωλύσεως του νέου γάμου, ον εξεβιάζετο να συνάψη η σύζυγος του, δια της αρπαγής αυτής ή της αποπομπής ή του φόνου του μνηστήρος είναι κοινότατον εις άσματα, μύθους και παραδόσεις πολλών λαών της Ανατολής και της Δύσεως, επαναλαμβανομένου του ομηρικού μύθου περί Οδυσσέως και των μνηστήρων της Πηνελόπης κατά ποικιλωτάτους τρόπους. Προς το θέμα δε τούτο προσηρμόσθη και το επεισόδιον της αρπαγής της γυναικός του Ακρίτου υπό εχθρών αυτού και της λυτρώσεως ταύτης υπό του ήρωος, προσλαβόν πάμπολλα στοιχεία εκ των διαφόρων διασκευών του μύθου.Των πολυαρίθμων παραλλαγών του άσματος διακρίνονται δύο κύριοι τύποι. Κατά τον ένα την γυναίκα του Ακρίτου απάγουν εχθροί αυτού, ους, μαθών κατά θαυμάσιον τρόπον την αρπαγήν, διώκει και κατανικά ο ήρως, επιβαίνων ίππου κατά το φαινόμενον μεν ευτελούς, αληθώς δ' ωκυποδεστάτου. Οι απαγωγείς κατά τινας παραλλαγάς είναι Σαρακηνοί (ή Τούρκοι), κατ' άλλας ο αντίπαλος ήρως του Διγενή ή του πάππου του Ανδρόνικου Συρόπουλος. Κατά τον έτερον τύπον ο επί μακρόν αποδημών ήρως μανθάνει εκ διαφόρων θαυμασίων σημείων ότι άλλος πρόκειται να νυμφευθή την σύζυγόν του άκουσαν και καταφθάς τη βοηθεία θαυμασίου ίππου ματαιώνει τον γάμον. Αι διαφοραί του τύπου τούτου είναι πολλαί: Ο σύζυγος λείπει εις τον πόλεμον, η εις μακρινόν ταξίδιον, ή είναι φυλακισμένος, η είναι σκλάβος εις τα καράβια. Και ματαιώνει τον γάμον ή επιφαινόμενος προ της τελέσεως αυτού και αποπέμπων τον μνηστήρα, ή αρπάζων την σύζυγόν του, ή φονεύων τον μνηστήρα, ή αναγνωριζόμενος υπό της γυναικός εκ του δακτυλίου του, το οποίον ρίπτει εις το προσφερόμενον αυτώ ποτήριον οίνου. Πολλαχού το άσμα τούτο (η αρπαγη της γυναικός του Ακριτη) είναι γαμήλιον. Εν Κύπρω τραγουδείται την πρωΐαν της δευτέρας ημέρας του γάμου έξωθεν του νυμφικού θαλάμου (έπιθαλάμιον).
ΤΟΥ ΜΙΚΡΟΥ ΒΛΑΧΟΠΟΥΛΟΥ : "Ο Κωσταντίνος ο μικρός κι' ο Αλέξης ο αντρειωμένος,  και το μικρό Βλαχόπουλο, ο καστροπολεμίτης, αντάμα τρων και πίνουνε και γλυκοκουβεντιάζουν, κι' αντάμα έχουν τους μαύρους των 'ς τον πλάτανο δεμένους. Του Κώστα τρώει τα σίδερα, τ' Αλέξη τα λιθάρια,  και του μικρού Βλαχόπουλου τα δέντρα ξερριζώνει. Κ' εκεί που τρώγαν κ' έπιναν και που χαροκοπούσαν, πουλάκι πήγε κ' έκατσε δεξιά μεριά 'ς την τάβλα. Δεν κελάϊδούσε σαν πουλί, δεν έλεε σαν αηδόνι, μόν' ελαλούσε κ' έλεγε ναθρωπινή κουβέντα. "Εσείς τρώτε και πίνετε και λιανοτραγουδάτε,  και πίσω σας κουρσεύουνε Σαρακηνοϊ κουρσάροι. Πήραν τ' Αλέξη τα παιδιά, του Κώστα τη γυναίκα, και του μικρού Βλαχόπουλου την αρραβωνιασμένη." Ώστε να στρώση ο Κωσταντής και να σελλώση ο Αλέξης, ευρέθη το Βλαχόπουλο 'ς το μαύρο καβαλλάρης. "Για σύρε συ Βλαχόπουλο 'ς τη βίγλα να βιγλίσης, αν είν' πενήντα κ' εκατό χύσου μακέλλεψέ τους, κι' αν είναι περισσότεροι, γύρισε μίλησε μας." Επήγε το Βλαχόπουλο στη βίγλα να βιγλίση. Βλέπει Τουρκιά Σαρακηνους κι' Αράπηδες κουρσάρους, πλάγια κοκκινίζαν. 'ρχισε να τους διαμετράη, διαμετρημούς δεν είχαν. Να πάη πίσω ντρέπεται, να πάη εμπρός φοβάται. Σκύβει φιλεί το μαύρο του, στέκει και τον ρωτάει,  "Δύνεσαι, μαύρε μ', δύνεσαι 'ς το γαίμα για να πλέξης; -Δύνομαι, αφέντη, δύνομαι 'ς το γαίμα για να πλέξω, κι' όσους θα κόψη το σπαθί τόσους θενά πατήσω. Μόν' δέσε το κεφάλι σου μ' ένα χρυσό μαντήλι, μην τύχη λάκκος και ρηχτώ και πέσης απ' τη ζάλη.  -Σαΐτταις μου αλεξαντριαναίς, καμιά να μη λυγίσει, και συ σπαθί μου διμισκί, να μην αποστομώσης.  Βόηθα μ', ευχή της μάννας μου και του γονιού μου βλόγια, ευχή του πρώτου μ' αδερφού, ευχή και του στερνού μου.  Μαύρε μου, άιντε νά μπουμε, κι' όπου ο Θεός τα βγάλη!" 'Σ τα έμπα του μπήκε σαν αϊτός, 'ς τα ξέβγα σαν πετρίτης,  'ς τα έμπα του χίλιους έκοψε, 'ς τα ξέβγα δυο χιλιάδες, και 'ς το καλό το γύρισμα κανένα δεν αφήνει. Πήρε τ' Αλέξη τα παιδιά, του Κώστα τη γυναίκα, και το μικρό Βλαχόπουλο την αρραβωνιασμένη. Προσγονατίζει ο μαύρος του και πίσω του τους παίρνει. 'Στο δρόμο νοπού πήγαινε σέρνει φωνή περίσσα. "Πού είσαι αδερφέ μου Κωσταντά κι' Αλέξη αντρεϊωμένε; αν είστε εμπρός μου φύγετε κι' οπίσω μου κρυφτήτε,  τι θόλωσαν τα μάτια μου, μπροστά μου δε σας βλέπω, και το σπαθί μου ερράγισε, κόβοντας τα κεφάλια, κι' ο μαύρος λιγοκάρδισε πατώντας τα κουφάρια".
Η ΑΡΠΑΓΗ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΟΣ ΤΟΥ ΑΚΡΙΤΗ : Ως έτρωγα κι' ως έπινα σε μαρμαρένια τάβλα, ο μαύρος μου χλιμίντρισε και το σπαθί μου ερράη, κ' εμένα ο νους μου τό βαλε, παντρεύουν την καλή μου, με κάποιον άλλον τη βλογούν κ' εκείνη δεν τον θέλει, παντρευαρραβωνιάζουν την κ' εμένα μ' αστοχούνε. Περνώ και πάω 'ς τους μαύρους μου, τους εβδομηνταπέντε. "Μαύροι μου ακριβοτάγιστοι και μοσκαναθρεμμένοι, ποιος ειν' αψύς και γλήγορος, να τον καβαλλικέψω, ν' αστράψη 'ς την ανατολή και να βρεθή 'ς τη δύση;" Οι μαύροι μου όσοι τάκουσαν ούλοι βουβοί απομείναν, κι' όσαις φοράδες τάκουσαν έρρηξαν τα πουλάρια, κ' ένας γρίβας παλιόγριβας, σαρανταπληγιασμένος, κείνος απολογήθηκε, γυρίζει και μου λέει. "Εγώ είμαι αψύς και γλήγορος να πάγω όθε κι' αν είναι. Οπού είναι γάμος και χαρά πάνε τα νια μουλάρια, οπού είναι πόλεμος φρικτός παίρνουν εμέ το γέρο. Εγώ είμαι γέρος κι' άχαρος, ταξίδια δε μου πρέπουν, μα για χατίρι της κυράς να μακροταξιδέψω, οπού μ' ακριβοτάγιζε 'ς το γύρο της ποδιάς της, κι' οπού μ' ακριβοπότιζε 'ς τη χούφτα του χεριού της. Μόν' δέσε το κεφάλι σου με δυο με τρία μαντήλια, και σφίξε τη μεσούλα σου με δυο με τρία ζουνάρια, να μη σε φάη η βουή και ντραλιστής και πέσης. Και μη σε πάρη κουρτεσιά και βάλης φτερνιστήρι, και θυμηθώ τη νιότη μου και κάμω σαν πουλάρι, και σπείρω τα μυαλούδια σου 'ς εννιά μοδιώ χωράφι." Στρώνει γοργά το μαύρο του, γοργά καβαλλικεύει. Δίνει βιτσιά του μαύρου του και πάει σαράντα μίλλια, και μεταδευτερώνει του και πάει σαρανταπέντε. 'Σ τη στράτα νοπού πήγαινε το θιον επαρακάλει. "Θέ μου να βρω τον κύρη μου 'ς ταμπέλι να κλαδεύη."Σα χριστιανός που τόλεγε, σαν άγιος εξακούστη, κι' απάντησε τον κύρη του, που κλάδευε 'ς ταμπέλι. "Καλώς τα κάνεις, γέροντα, το τίνος είν' ταμπέλι; -Της ερημιάς, της σκοτεινιάς, του γιου μου του φευγάτου. Σήμερα της καλίτσας του της δίνουν άλλον άντρα, εψές επήραν τα προικιά και σήμερα τη νύφη.-Παρακαλώ σε, γέροντα, αλήθεια να με δώσης, τάχα θα φτάσω 'ς τη χαρά, θα φτάσω και 'ς το γάμο; -Αν έχης μαύρο γλήγορο 'ς σπίτι τους προφτάνεις, κι' αν είν' οκνός ο μαύρος σου 'ς την εκκλησιά τους βρίσκεις." Δίνει βιτσιά του μαύρου του και πάει σαράντα μίλια, και μεταδευτερώνει του και πάει σαρανταπέντε. 'Σ τη στράτα νοπού πήγαινε το θιον επαρακάλει. "Θε μου να βρω τη μάννα μου 'ς τον κήπο να ποτίζη!" Σα χριστιανός που τόλεγε, σαν άγιος εξακούστη, κ'ευρήκε τη μαννούλα του που πότιζε τον κήπο. "Ώρα καλή, γερόντισσα, το τίνος ειν' ό κήπος; -Της ερημιάς, της σκοτεινιάς, του γιου μου του φευγάτου που σήμερα η γυναίκα του θα πάρη νάλλον άντρα, εψές επήραν τα προικιά και σήμερα τη νύφη. -Πες μου να ζης, γερόντισσα, φτάνω κ' εγώ 'ς το γάμο; -Αν εχης μαύρο γλήγορο, 'ς το σπίτι τους προφτάνεις, κι' αν ειν' οκνός ο μαύρος σου, 'ς την εκκλησιά τους βρίσκεις." Δίνει του μαύρου του βιτσιά 'ς τη χώρα κατεβαίνει. Εκεί σιμά, εκεί κοντά 'ς το σπίτι του να φτάση, ο μαύρος του χλιμίντρισε κ' η κόρη αναστενάζει. "Τι έχεις, κόρη μ', και θλίβεσαι και βαριαναστενάζεις, τα ρούχα σου δεν είν' καλά, ή τα φλωριά σου λίγα; -Φωτιά να κάψ' τα ρούχα σου και λάβρα τα φλωριά σου, τι ο μαύρος που χλιμίντρισε σαν του καλού μου μοιάζει. -Αν ειν' ο πρώτος άντρας σου να βγω να τον σκοτώσω. -Δεν ειν' ο πρώτος άντρας μου να βγής να τον σκότωσης, μόν' είν' ο πρώτος μου αδερφός, μου φέρνει τα προικιά μου. -Αν είν' ο πρώτος σου αδερφός, έβγα να τον κέρασης." Χρυσό ποτήρι νάρπαξε να βγή να τον κεράση. "Δεξιά μου στέκα, λυγερή, ζερβά μου πέρνα, κόρη." Το μαύρο του χαμήλωσε κ' η κόρη απάνω ευρέθη. Βγάλλει και το χρυσό σπαθί και ταργυρό μαχαίρι, δίνει του μαύρου του βιτσιά κ' επήρε χίλια μίλλια, μηδέ το μαύρον είδανε, μήτε τον κορνιαχτό του. Οπού είχε μαύρο γλήγορο νείδε τον κορνιαχτό του, κι' οπού είχε μαύρο κ' είν' οκνός, μηδέ τον κορνιαχτό του.
Πηγή : http://www.myriobiblos.gr/afieromata/dimotiko/txt_akritika_next.html

Δευτέρα, 9 Απριλίου 2018

Η σταύρωση του Χριστού : Τα δραματικά γεγονότα στον Γολγοθα και τα υπερφυσικά φαινόμενα που συνέβησαν

Σύμφωνα με τις περιγραφές της Καινής Διαθήκης, ο Ιησούς Χριστός, ο οποίος θεωρείται από τους Χριστιανούς ως ο υιός του Θεού αλλά και ο Μεσσίας, συνελήφθη, δικάστηκε και καταδικάστηκε από τον Πόντιο Πιλάτο για να μαστιγωθεί και τελικά να σταυρωθεί.Συλλογικά αποκαλούμενα ως τα πάθη, ο πόνος και λυτρωτικός θάνατος του Ιησού είναι η κύρια διάσταση της χριστιανικής Θεολογίας που αφορά στο δόγμα της σωτηρίας και του εξιλασμού. Η σταύρωση του Ιησού περιγράφεται στα Ευαγγέλια, αναφέρεται στις αποστολικές επιστολές, επιβεβαιώνεται από άλλες αρχαίες πηγές και γενικά θεωρείται ως ένα πραγματικό γεγονός επιβεβαιωμένο και από μη χριστιανικές πηγές. Στις μέρες μας η Βάπτιση αλλά και η Σταύρωση του Ιησού θεωρούνται ως δύο βέβαια, ιστορικά γεγονότα. Αν και όλες οι πηγές που αναφέρονται στην σταύρωση είναι λογοτεχνικές, η αρχαιολογική ανακάλυψη του 1968 στα βορειοανατολικά της Ιερουσαλήμ του σώματος ενός σταυρωμένου άνδρα που χρονολογείται από τον 1ο αιώνα παρέχει αρκετά αποδεικτικά στοιχεία ότι σταυρώσεις όντως συνέβαιναν κατά την ρωμαϊκή περίοδο περίπου με τον ίδιο τρόπο που περιγράφεται και η σταύρωση του Ιησού στα Ευαγγέλια. Στην Καινή Διαθήκη και τα τέσσερα Ευαγγέλια λήγουν με μία εκτενή περιγραφή της σύλληψης, δίκης, Σταύρωσης, ταφής και Ανάστασης του Ιησού. Σε κάθε ένα αυτά τα πέντε γεγονότα στην ζωή του Ιησού περιγράφονται με περισσότερες έντονες λεπτομέρειες από οποιαδήποτε άλλη αφήγηση των Ευαγγελίων. Οι ιστορικοί θεωρούν ότι τα Ευαγγέλια δίνουν ώρα παρά ώρα αφήγηση των γεγονότων. Οι χριστιανοί αντιλαμβάνονται τη Σταύρωση του Ιησού ως την υπέρτατη θυσία του Χριστού για τη σωτηρία των ανθρώπων. Στην Εκκλησία βιώνεται ως αναíμακτη θυσία με τη μετουσίωση του άρτου και του οίνου σε σώμα και αίμα του Κυρίου στην Θεία Ευχαριστία ως ανάμνηση του Μυστικού δείπνου και τιμάται από τους χριστιανούς τη Μεγάλη Παρασκευή. Σύμφωνα με διάφορα αποσπάσματα από τα Ευαγγέλια της Καινής Διαθήκης, τα γεγονότα έχουν ως εξής: Ο Ιησούς συνελήφθη στον κήπο της Γεθσημανή στους πρόποδες του Όρους των Ελαιών μετά το Μυστικό Δείπνο με τους δώδεκα αποστόλους.Ύστερα δικάστηκε μπροστά στο Σανχεντρίν, τον Πόντιο Πιλάτο και τον Ηρώδη Αντίπα πριν παραδοθεί για την σταύρωση. Μετά τη φραγγέλωσή Του, ο Ιησούς χλευάστηκε από τους Ρωμαίους στρατιώτες οι οποίοι τον αποκαλούσαν περιπαικτικά "Βασιλιά των Ιουδαίων". Ο Ιησούς ντυμένος με ένα πορφυρό διάδημα και ένα στεφάνι με αγκάθια χτυπημένος και εξουθενωμένος από τις κακουχίες, έπρεπε να περπατήσει μόνος του στο μέρος της μαρτυρικής του σταύρωσης. Μόλις έφτασε στον Γολγοθά, του προσφέρθηκε ένα μείγμα χολής για να πιει. Τα Ευαγγέλια του Μάρκου και του Ματθαίου αναφέρουν ότι το αρνήθηκε. Ύστερα σταυρώθηκε και κρεμάστηκε μεταξύ δύο καταδικασμένων ληστών. Οι στρατιώτες πρόσθεσαν πάνω από τον σταυρό του Ιησού μία επιγραφή, πάνω στην οποία αναγραφόταν η φράση: ''Ιησούς Ναζωραίος Βασιλιάς Ιουδαίων'', μοίρασαν τα ενδύματα του και τράβηξαν κλήρο για να τα αποκτήσουν. Οι Ρωμαίοι στρατιώτες δεν έσπασαν τα πόδια του Ιησού (για να εκπληρωθεί η παλαιοδιαθηκική προφητεία), σε αντίθεση με τα πόδια των δύο άλλων ληστών, καθώς αυτός είχε ήδη παραδώσει το πνεύμα του. Στα τέσσερα ευαγγέλια, διάφορα υπερφυσικά γεγονότα συνοδεύουν την σταύρωση, όπως σκοτάδι και σεισμό, και σε εκείνο του Ματθαίου, ανάσταση αγίων. Μετά το θάνατο του Ιησού, το Άγιο Σώμα του μεταφέρθηκε από τον Ιωσήφ τον από Αριμαθαίας και θάφτηκε σε έναν τάφο εντός μιας σπηλιάς με την βοήθεια του Νικόδημου. Σύμφωνα και με τα τέσσερα ευαγγέλια, ο Ιησούς στάλθηκε στον κρανίου τόπο, τον γνωστό Γολγοθά και σταυρώθηκε με δύο ληστές, με την κατηγορία ότι ισχυρίστηκε, ότι είναι ο βασιλιάς των Ιουδαίων και οι στρατιώτες μοίρασαν τα ρούχα του πριν αυτός σκύψει το κεφάλι του και πεθάνει. Μετά τον θάνατο του ο Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας, ζήτησε το σώμα του από τον Πόντιο Πιλάτο και το έθαψε. Τα τρία ευαγγέλια επίσης περιγράφουν τον Σίμωνα τον Κυρηναίο να κουβαλάει τον Σταυρό και το πλήθος να χλευάζει τον Ιησού μαζί με τους επαναστάτες και τους ληστές.Τα ευαγγέλια επίσης αναφέρουν συγκεκριμένους μάρτυρες, συμπεριλαμβανομένου ενός εκατόνταρχου και μερικών γυναικών που παρακολουθούσαν από μακριά, δύο από τις οποίες ήταν παρούσες και στην ταφή. Ο Λουκάς είναι ο μόνος ευαγγελιστής που παρέλειψε της λεπτομέρειες του μείγματος με τη χολή που δόθηκε στον Ιησού, ενώ ο Μάρκος και ο Ιωάννης περιγράφουν ότι ο Ιωσήφ κατέβασε ο ίδιος το σώμα του Χριστού από τον Σταυρό. Υπάρχουν πολλές λεπτομέρειες που αναφέρονται μόνο σε ένα από τα τέσσερα ευαγγέλια. Συγκεκριμένα μόνο στο ευαγγέλιο του Ματθαίου αναφέρεται ο σεισμός, οι άγιοι που αναστήθηκαν και οι Ρωμαίοι στρατιώτες που επέβλεπαν τον τάφο του Ιησού. Το ευαγγέλιο του Μάρκου είναι το μόνο που αναφέρει την ακριβή ώρα της σταύρωσης και την ανακοίνωση του θανάτου του Ιησού από τον εκατόνταρχο.Το ευαγγέλιο του Λουκά μέσω των λεπτομερών περιγραφών του μας πληροφορεί για τα λόγια του Ιησού στις γυναίκες που πενθούσαν, την επίπληξη του ενός εγκληματία στον άλλο και την αντίδραση του κοινού. Ο Ιωάννης είναι ο μόνος που αναφέρει την αίτηση του σπασίματος των ποδιών και το επακόλουθο τρύπημα στο σώμα του Ιησού (εκπληρώνοντας την προφητεία της Παλαιάς Διαθήκης), καθώς και ότι ο Νικόδημος συνόδεψε τον Ιωσήφ στην ταφή.
Η σταύρωση του Κυρίου προκάλεσε την διαμαρτυρία της φύσεως και κατά την διάρκειά της συνέβησαν ασυνήθιστα  φαινόμενα, όπως το σκοτάδι που κάλυψε όλη την γη από την έκτη έως τη ενάτη ώρα. Τα γεγονότα αυτά δεν πέρασαν απαρατήρητα. Αποτυπώθηκαν αρχικά στην ιστορική μνήμη των λαών που τα έζησαν και στην συνέχεια καταγράφηκαν από τους Ευαγγελιστές (Ματθ. 27.45, Μαρκ. 15.33, Λουκ. 23.44) αλλά και ιστορικούς της περιόδου, όπως ο Θαλλός και ο Φλέγων. Τα έργα των δύο ιστορικών αυτών δεν σώθηκαν, ωστόσο η χρήση της μαρτυρίας τους από τους Χριστιανούς απολογητές επέτρεψε να φτάσει αυτή έως των ημερών μας. Μέσα στο πνεύμα της άρνησης του Χριστιανισμού πολλοί σύγχρονοι αρνούνται  άλλοι την ύπαρξη, άλλοι την γνησιότητα, άλλοι την αξιοπιστία των παραπάνω ιστοριών. Ο Θαλλός ένας απελεύθερος Σαμαρείτης επί Αυτοκράτορος Τιβέριου ήταν εθνικός ιστορικός της Μέσης Ανατολής που έζησε τον 1ο μ.Χ. αιώνα. Έγραψε την Ιστορία της Ελλάδος και της Ασίας περί το 52 μ.Χ. Σ' αυτό το έργο του αναφέρει και μια έκλειψη ηλίου. Το 221 μ.Χ., ένας Χριστιανός συγγραφέας, ο Sextus Julius Africanus έγραψε ότι «ο Θαλλός, στο τρίτο του βιβλίο εξήγησε το σκοτάδι (μετά την σταύρωση του Ιησού) σαν μια έκλειψη ηλίου».  Τα έργα του δεν έχουν διασωθεί, αλλά υπάρχουν πολλές αναφορές σε αυτόν. Και τώρα σχετικά με τη μαρτυρία, η οποία περισώθηκε από τον Ιούλιο Αφρικανό (221μ.Χ.): "...Σε όλο το κόσμο κυριάρχησε ένα φοβερό σκοτάδι, και οι πέτρες έπεσαν από σεισμό, και πολλά μέρη στην Ιουδαία και σε άλλες επαρχίες έπεσαν κάτω. Τούτον το σκότος ο Θαλλός, στο τρίτο βιβλίο των Ιστοριών του, το εξηγεί ως έκλειψη του ηλίου, πράγμα παράλογο κατά τη γνώμη μου. Καθώς οι Ιουδαίοι εορτάζουν το Πάσχα τη 14η μέρα σύμφωνα με τη σελήνη, και η σταύρωση του Σωτήρα μας πέφτει την ημέρα πριν το Πάσχα, και μια έκλειψη του ηλίου παίρνει μέρος μόνον όταν η σελήνη έρχεται κάτω από τον ήλιο..."(Χρονικά XVIII, 1). Υπήρξαν και πολλοί από τους διανοουμένους της εποχής εκείνης οι οποίοι εξέτασαν τον Χριστιανισμό και τις περί του ιδρυτή του διηγήσεις με την απαιτούμενη προσοχή. Οι συγγραφείς αυτοί είτε από τον Ιουδαϊσμό είτε από τον εθνισμό προερχόμενοι, αιχμαλωτίστηκαν από το υπερφυές κάλος του Ιησού Χριστού και έγιναν Χριστιανοί. Τέτοιοι υπήρξαν ο Ιουστίνος ο φιλόσοφος και μάρτυς, ο Κορδάτος, ο Αριστείδης, ο Μιλτιάδης, ο Μελίτων, ο Αθηναγόρας και άλλοι, των οποίων οι περί Χριστού μαρτυρίες μπορούν να συναριθμηθούν  μαζί με τις μαρτυρίες που προέρχονται από τον εθνικό κόσμο.
Διηγείται ο ιστορικός Ευσέβιος Καισαρείας, ότι ο χρονογράφος Φλέγων περιγράφοντας στά " Χρονικά " του, τήν έκλειψη τού ηλίου και τον γενόμενο σεισμό στην ώρα τής σταυρώσεως, σημειώνει χαρακτηριστικά:  « τώ έτει ΣΒ΄ Ολυμπιάδος(δηλαδή το 33μ.χ.), εγένετο έκλειψις ηλίου μεγίστη των εγνωσμένων πρότερον, και νύξ ώρα πέμπτη της ημέρας εγένετο, ώστε και αστέρες εν ουρανώ φανήναι, σεισμός τε μέγας κατά Βιθυνίαν γενόμενος, τά πολλά Νικαίας κατέστρεψε». Επίσης, ο ιστορικός Ιούλιος ο Αφρικανός (221 μ.Χ.) αναφέρει τρείς φορές στα έργα του, τμήματα της Ιστορίας της Ελλάδος παρμένα από τον ειδωλολάτρη ιστορικό Θαλλό (περί το 52 μ.Χ., τον οποίον αναφέρει και ο Εβραίος ιστορικός Ιώσηπος).  Αυτός λοιπόν ό  Ιούλιος, γράφει σχετικά, για την παράξενη αυτή έκλειψη ηλίου :  « Τούτο το σκότος έκλειψη ηλίου Θαλλός αποκαλεί εν τρίτη των Ιστοριών του, ως εμοί δοκεί αλόγως» (καθώς εμένα μού φαίνεται, δηλαδή, παραλόγως ότι είναι φυσική μόνο έκλειψη, προσθέτει ο Ιουλιανός). Από τήν πλευρά τών προφητειών για το παγκόσμιο αυτό σκοτάδι, έχουμε μια παλαιά αναφορά του προφήτου Αμώς, 750 χρόνια πρό Χριστού. Βλέποντας στα βάθη τών επερχομένων αιώνων τά γεγονότα τής Σταυρώσεως, γράφει σχετικά:  « Και έσται εν τή ημέρα εκείνη, λέγει Κύριος ο Θεός, και δύσεται ο ήλιος μεσημβρίας και συσκοτάσει επί τής γής εν ημέρα τό φώς». (Αμώς κεφ.Η΄9). Από την πλευρά της Επιστήμης και μάλιστα της Αστρονομίας  υπάρχουν 3 βασικοί λόγοι πού δείχνουν ότι το φαινόμενο ήταν υπερφυσικό :
1) Μία ολική έκλειψη ηλίου διαρκεί γύρω στα 7 λεπτά. Στην σταύρωση όμως, σύμφωνα με την αψευδή διήγηση των Ευαγγελιστών,  διήρκεσε  3 ώρες! (από 12 – 3 μ.μ.)
2) Κάθε ολική έκλειψη είναι ορατή σε στενή ζώνη της γής, ενώ στην σταύρωση το «σκότος ήν επί πάσαν την γήν», και μάλιστα σε αντίθετες ζώνες-ατράκτους της γής.
3) Οι Εβραίοι σταύρωσαν τον Χριστό τήν Μεγάλη Παρασκευή, παραμονή δηλαδή τού Εβραϊκού τους Πάσχα το οποίο  γίνεται πάντα με πανσέληνο. Όμως, έκλειψη ηλίου ποτέ δεν μπορεί να γίνη με πανσέληνο, κι΄αυτό, γιατί τότε η  γή βρίσκεται μεταξύ ηλίου και σελήνης. (Δεν παρεμβάλλεται δηλαδή η σελήνη για να κρύψη τον ήλιο και να δημιουργήσει έκλειψη). Και τέλος, από την πλευρά της Χριστιανικής Θρησκείας (από την Εκκλησιαστική Ιστορία, από τον Μέγα Συναξαριστή της Ορθοδόξου Εκκλησίας, και από τά συγγράμματα τού Αγίου Διονυσίου Αρεοπαγίτου, πρώτου επισκόπου Αθηνών). Στα χρόνια λοιπόν τής σταυρώσεως, ο Αθηναίος φιλόσοφος Διονύσιος Αρεοπαγίτης (ειδωλολάτρης τότε), βρισκόταν στην Ηλιούπολη της Αιγύπτου μαζί με τον σοφιστή Απολλοφάνη. Είδε το υπερφυσικό αυτό σκοτάδι ενάντια στα Αστρονομικά δεδομένα και σημείωσε την ημερομηνία, γράφοντας τά περίφημα εκείνα ιστορικά λόγια για το φαινόμενο πού έβλεπε, « ή Θεός πάσχει, ή το πάν απόλλυται…» ( δηλαδή: ή ο Θεός υποφέρει, ή το πάν χάνεται...). Καί γνωρίζουμε τώρα ότι αυτός πού υπέφερε πάνω στόν Σταυρό ήταν ο Ιησούς Χριστός ! Λίγα χρόνια αργότερα, όταν ο Απόστολος Παύλος ήλθε στην Αθήνα, και μίλησε στον Άρειο Πάγο, αναφέρθηκε στο φοβερό αυτό σκοτάδι την ώρα της σταυρώσεως του Χριστού. Τό γεγονός αυτό και η αντιπαραβολή των ημερομηνιών με το σκοτάδι της Αιγύπτου, έγινε αφορμή να πιστέψει ο Διονύσιος μαζί με την φιλόσοφο Δάμαρι και μάλιστα να αποκεφαλιστεί αργότερα επί Δομετιανού στην Γαλλία (στο Παρίσι), γι΄αυτή του την πίστη.
Πηγή : https://el.m.wikipedia.org/wiki/Σταύρωση_του_Ιησού_Χριστού
http://www.kivotoshelp.gr/index.php/apories/32-treis-ores-pagkosmio-skotadi
https://www.impantokratoros.gr/thallos-stavrosh.el.aspx
http://www.oodegr.com/oode/grafi/kd/exwxr.pig1.htm#deka


Δευτέρα, 2 Απριλίου 2018

Proskynesis (Prostration) : The royal ritual of Barbarians and the freedom mentality of the Greeks

Proskynesis refers to the traditional Persian act of bowing or prostrating oneself before a person of higher social rank. In the Eastern Orthodox Church the term proskynesis is used theologically to indicate the veneration given to icons and relics of the saints; as distinguished from latria, the adoration which is due to God alone, and also physical gestures such as bowing or kneeling before an altar or icon. The Greek word προσκύνησις is derived from the verb προσκυνέω, proskyneo, itself formed from the compound words πρός, pros (towards) and κυνέω, kyneo kiss). It describes an attitude of humbling, submission, or worship adoration particularly towards a sovereign ruler, God or the gods.
The Achaemenid Empire (c. 550–330 BC), also called the First Persian Empire, was an empire based in Western Asia, founded by Cyrus the Great. Ranging at its greatest extent from the Balkans and Eastern Europe proper in the west to the Indus Valley in the east, it was larger than any previous empire in history, spanning 5.5 million square kilometers. Incorporating various peoples of different origins and faiths, it is notable for its successful model of a centralised, bureaucratic administration (through satraps under the King of Kings), for building infrastructure such as road systems and a postal system, the use of an official language across its territories, and the development of civil services and a large professional army. The empire's successes inspired similar systems in later empires. The Achaemenid Empire is noted in Western history as the antagonist of the Greek city-states during the Greco-Persian Wars and for the emancipation of the Jewish exiles in Babylon. Messages lie encoded in various components of the rituals of Achaemenid court ceremonial: the architectural venue for ceremonies or the route of imperial processions can offer significant clues about the meaning of ceremonies to the life and ideology of the dynasty. Achaemenid court ceremonies maintained and reinforced hierarchy within the elite and delineated power relations between courtiers, the royal family, and the monarch himself. Persian monarchs relied upon formalized etiquette and court ceremony to create a special aura around the throne.  A deliberate separation and distancing of the king from the gaze of his subjects, even from much of his court, meant that elaborate rituals were enacted through which courtiers and visitors might get limited access to the royal personage during a tightly controlled and stage-managed audience ceremony. The monarch’s royal throne was a significant icon of kingship it was high-backed and rested upon leonine-feet (thrones frequently employed lion or sphinx imagery;). The Great King had a footstool too, an important emblem of kingship and one loaded with ritual there was even a court office associated with it, and a bearer of the royal footstool is depicted on the Apadana. Curtius Rufus’ vignette of Alexander misappropriating a low table as a footstool only reconfirms the centrality of this seemingly inconspicuous piece of furniture in royal display and ideology; after all, it was a given that the Great King’s feet should never touch the ground, and must be protected by soft carpets. At the centre of the Treasury Relief a courtier dressed in a riding habit possibly the chiliarch performs a ritual gesture of obeisance to the monarch which, prima face, is associated to the sala’am, or formal greeting, used in later Muslim courts. Formalized gestures were a hallmark of Persian social communication and the Achaemenids readily seem to have transformed the gestures of la vie quotidienne into a rarefied form of court etiquette. Known to the Greeks as proskynesis, the exact nature of the ceremonial obeisance is debated, but when Herodotus says that one should perform proskynesis to a superior while prostrating oneself or bowing down, the term must describe an act performed once one is bowed or prostrate, which is, as on the Treasury Relief, kissing from the hands. In a Near Eastern context, the Persian reverential practice of bowing and kissing looks very much at home: kow-towing, prostration, kissing the ground, or even kissing the feet of the monarch were familiar gestures in Egyptian and Neo-Assyrian court protocol. But for the Greeks the gesture was a religious act and suitable only for performance before a god so that for a Greek to do it before a man undermined the Greek pride in eleutheria (freedom) Classical authors note that performing proskynesis before the Great King was a non-negotiable rule for an audience and the misunderstanding of the Persian act of proskynesis as a veneration of divine monarchy accounts for several Greek tales which take the distaste for this act of social submission as their theme.
According to Herodotus in his Histories, a person of equal rank received a kiss on the lips, someone of a slightly lower rank gave a kiss on the cheek, and someone of a very inferior social standing had to completely bow down to the other person before them. To the Greeks, giving proskynesis to a mortal seemed to be a barbaric and ludicrous practice. They reserved such submissions for the gods only. This may have led some Greeks to believe that the Persians worshipped their king as a god, the only Persian that received proskynesis from everyone, and other misinterpretations caused cultural conflicts. Alexander the Great proposed this practice during his lifetime, in adapting to the customs of the Persian cities he conquered, but it failed to find acceptance amongst his Greek companions (an example can be found in the court historian, Callisthenes) and in the end, he did not insist on the practice. An incident that occurred at Maracanda of Bactriana widened the breach between Alexander and many of his Macedonians. He murdered Cleitus, one of his most-trusted commanders, in a drunken quarrel, but his excessive display of remorse led the army to pass a decree convicting Cleitus posthumously of treason. The event marked a step in Alexander’s progress toward Eastern absolutism, and this growing attitude found its outward expression in his use of Persian royal dress. Shortly afterward, at Bactra, he attempted to impose the Persian court ceremonial, involving prostration (proskynesis), on the Greeks and Macedonians too, but to them this custom, habitual for Persians entering the king’s presence, implied an act of worship and was intolerable before a human. Even Callisthenes, historian and nephew of Aristotle, whose ostentatious flattery had perhaps encouraged Alexander to see himself in the role of a god, refused to abase himself. Macedonian laughter caused the experiment to founder, and Alexander abandoned it. Shortly afterward, however, Callisthenes was held to be privy to a conspiracy among the royal pages and was executed (or died in prison; accounts vary); resentment of this action alienated sympathy from Alexander within the Peripatetic school of philosophers, with which Callisthenes had close connections.
The emperor Diocletian (AD 284-305) is usually thought to have introduced the practice to the Roman Empire, forming a break with the Republican institutions of the principate, which preserved the form, if not the intent, of republican government. However, there is some evidence that an informal form of proskynesis was already practiced at the court of Septimius Severus. The political reason for this change was to elevate the role of the emperor from "first citizen" to an otherworldly ruler, remote from his subjects, thus reducing the likelihood of successful revolt, which had plagued the Empire during the preceding 50 years. Similarly, the emperor was hailed no longer as "Imp(erator)" on coins, which meant "commander in chief" but as "D(ominus) N(oster)" - "Our Lord." With the conversion of Constantine I to Christianity, proskynesis became part of an elaborate ritual, whereby the emperor became God's vice-regent on earth. Titular inflation also affected the other principal offices of the Roman and Byzantine Empire. Diocletian, because of the influence of Greece and Greek culture, the true center of the empire shifted to the east. This would become more prominent under Emperor Constantine, for he would turn a small Greek town, Byzantium, into a shining example of culture and commerce, New Rome. Rome was never either emperor’s choice for a capital. Reportedly, and despite such grand projects as the new Roman baths - the largest in the Roman world on completion in 305 CE, Diocletian would only visit the great city once and that was just prior to his abdication. Even Maximian preferred Mediolanum (Milan). To Diocletian the capital was wherever he was; however, he eventually selected Nicomedia as his capital. The empire’s finances had always been a point of contention for most emperors, and since more money was necessary to fund the provincial reorganization and expanded military, the old tax system had to be scrutinized. The emperor ordered a new census to determine how many lived in the empire, how much land they owned and what that land could produce. In order to raise money and stem inflation Diocletian increased taxes and revised the collection process. Individuals were compelled to remain in the family business whether that business was profitable or not. To stop runaway inflation he issued the Edict of Maximum Prices, legislation that fixed the prices of goods and services as well as wages to be paid; however, this edict proved to be unenforceable. Aside from the continued problems with finance and border security, Diocletian was concerned with the continuing growth of Christianity, a religion that appealed to the both the poor and the rich. The Christians had shown themselves to be a thorn in the side of an emperor since the days of Nero. The problem grew worse as their numbers increased. Diocletian wanted stability and that meant a return to the more traditional gods of Rome, but Christianity prevented this. To most of the emperors who preceded Diocletian, Christians offended the pax deorum or “peace of the gods.” Similarly, since the days of Emperor Augustus, there existed the imperial cult - the deification of the emperor - and Jews and Christians refused to consider any emperor a god. However, part of the problem also stemmed from Diocletian’s ego. He began to consider himself a living god, demanding people prostrate themselves before him and kiss the hem of his robe. He wore a jeweled diadem and sat upon a magnificent, elevated throne. In 297 CE he demanded that all soldiers and members of the administration sacrifice to the gods; those who would not were immediately forced to resign. Next, in 303 CE he ordered the destruction of all churches and Christian texts. All of these edicts were encouraged by Galerius. However, throughout this Great Persecution the Christians refused to yield and sacrifice to the Roman gods. Leading members of the clergy were arrested and ordered to sacrifice or die and a bishop in Nicomedia who refused was beheaded. Finally, any Christian who refused was tortured and killed. At long last, the persecution came to an end in 305 CE. Unfortunately, Diocletian’s vision of a tetrarchy would eventually fail. After years of war between successors, Constantius’ son Constantine reunited the empire after the Battle of Milvian Bridge in 312 CE. He would rule from a city that would one day bear his name, Constantinople. And, in a decision that would have made Diocletian cry out, he gave Christianity the recognition it deserved, even becoming a Christian himself. In 476 CE with the fall of the empire in the west, the east, while still bearing some resemblance to the Old Rome, would be reborn as the Byzantine Empire.
Justinian and Theodora both insisted on an extreme form of proskynesis, even from members of the Roman Senate, and they were attacked for it by Procopius in his Secret History. At the peaceful height of Middle Byzantium, court life "passed in a sort of ballet", with precise ceremonies prescribed for every occasion, to show that "Imperial power could be exercised in harmony and order", and "the Empire could thus reflect the motion of the Universe as it was made by the Creator", according to the Byzantine Emperor Constantine Porphyrogenitus, who wrote a Book of Ceremonies describing in enormous detail the annual round of the Court. Special forms of dress for many classes of people on particular occasions are set down; at the name-day dinner for the Emperor or Empress various groups of high officials performed ceremonial "dances", one group wearing "a blue and white garment, with short sleeves, and gold bands, and rings on their ankles. In their hands they hold what are called phengia". The second group do just the same, but wearing "a garment of green and red, split, with gold bands". These colours were the marks of the old chariot-racing factions, the four now merged to just the Blues and the Greens, and incorporated into the official hierarchy. Due to the specific authority of the Byzantine Emperor, it is very difficult to describe his relationship with the general public. Regardless of all church-religious mystique around the person of the Emperor, it can be said that in everyday life, with its everyday obligations  the Emperor endeavored to show himself before the people. Normally this is done with a specially organized ceremony, made by a particular person in charge master of ceremonies. Here we will try to point out some of the everyday activities of the Emperor that allowed him to show himself before the people as pious and respectable of the order. According to protocol requirements in the admission of foreign representatives the Emperor was forbidden to speak. The Logothete guided the dialog in his name; data about this is given by Liutprand of Cremona from 949 A.D., when he was the representative of the Italian king Berengar. Such a practice can be interpreted as being of security reasons and also the Byzantine belief that the Byzantine emperor stands highest of all earthly rulers.
Πηγή : https://en.m.wikipedia.org/wiki/Proskynesis
https://www.britannica.com/biography/Alexander-the-Great/Life#ref64062
https://www.ancient.eu/Diocletian/
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Byzantine_bureaucracy_and_aristocracy
https://about-history.com/the-daily-life-of-a-byzantine-emperor/
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Achaemenid_Empire
https://persianthings.wordpress.com/2013/02/07/the-royal-court-in-achaemenid-persia-a-few-thoughts/

Η προσκύνηση του Βασιλιά : Η λατρεία των βαρβάρων δούλων και η νοοτροπία των ελεύθερων Ελλήνων

Γενικά, με τον όρο προσκύνημα χαρακτηρίζεται η, με γονυκλισία ή επίκυψη, εκδήλωση σεβασμού, τιμής, λατρείας προς τον Θεό, Άγίους, ιερών λειψάνων κ.λπ., καθώς και η υπό υπηκόου εκδήλωση πίστης και υποταγής προς το Δεσπότη ή κυρίαρχο Ηγεμόνα. Επίσης προσκύνημα ονομάζεται και η μετάβαση ή το ταξίδι που εκτελεί ένας πιστός σε ιερό της θρησκείας του τόπο όπου και κατ΄ επέκταση ονομάζεται ομοίως προσκύνημα και ο τόπος αυτός καθώς και όλα τα αντικείμενα τα επιδεχόμενα την προσκύνηση αυτή π.χ. εικόνες, ιερά λείψανα, τάφοι αγίων, χώροι μαρτυρίων κ.λπ. Με τον όρο στο πληθυντικό "τα προσκυνήματα" κατά τις παλαιότερες κοινωνικές εκφράσεις αποδίδονταν επιπλέον με τη έννοια του χαιρετισμού υπό μορφή ευγενείας. π.χ. "τα προσκυνήματά μου στην κυρία μητέρας σας"΄, ή "προσκυνώ Δέσποτα" που λέγεται σήμερα από λαϊκό πιστό προς Αρχιερέα ως εκδήλωση τιμής και σεβασμού, προκειμένου να λάβει ευλογία ή που επαναλαμβάνει κατά την αποχώρηση.
Πολλούς αιώνες νωρίτερα, στα βασίλεια της Ανατολής ήταν παγιωμένη πρακτική να θεωρείται και να λετρεύεται σαν θεός ο βασιλιάς. Ο δημιουργός της αχαιμενιδικής αυτοκρατορίας, Κύρος Β΄, υιοθετώντας αυτήν την πρακτική των υποτελών πλέον βασιλέων, εισήγαγε ως διοικητικό μηχανισμό τη λατρεία του βασιλιά με όλο το συναφές θρησκευτικό τυπικό, όπως η προσκύνηση και η καύση θυμιάματος ενώπιόν του, που υποδήλωνε ότι ο βασιλιάς ήταν οπωσδήποτε ανώτερος από άνθρωπο. Ο Πέρσης θεός-βασιλιάς ήταν γνωστός στους Έλληνες τουλάχιστον από την εποχή της εισβολής του Ξέρξη και, ενώ αποτελούσε ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία διαφοροποίησης της ελληνικής νοοτροπίας από την ασιατική, ο Αλέξανδρος επέλεξε συνειδητά να εφαρμόσει την ίδια μέθοδο.
Αν οι Πέρσες είχαν νικήσει και οι Έλληνες είχαν υποδουλωθεί, θα είχε ανακοπεί η εξέλιξη του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού, στον οποίο στηρίχθηκε ο ευρωπαϊκός: Η ελευθερία βρίσκεται στα θεμέλια του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού. Το βασικό χαρακτηριστικό του είναι ο «ανθρωποκεντρισμός», ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός θέτει τον άνθρωπο στο κέντρο. Η αγάπη για την ελευθερία εκτός από θεμελιώδες χαρακτηριστικό του ελληνικού πολιτισμού υπήρξε και η ειδοποιός διαφορά μεταξύ των δύο στρατών. Οι Έλληνες μάχονταν για την ελευθερία τους εν αντιθέσει με τους Πέρσες και τους υπηκόους τους που μάχονταν από φόβο προς τον Πέρση βασιλιά, πρώτα τον Δαρείο και μετά τον Ξέρξη. Ο Πέρσης βασιλιάς εξουσίαζε μία τεράστια αυτοκρατορία και είχε δικαίωμα ζωής και θανάτου σε κάθε υπήκοό του. Όλοι οι υπήκοοί του, ακόμη και οι Πέρσες, τον προσκυνούσαν. Η προσκύνηση ως ένδειξη υποταγής ήταν θεσμός αδιανόητος για τον Έλληνα. Για τους Έλληνες υπεράνω όλων ήταν ο νόμος.
Όταν, στην πρώτη εκστρατεία των Περσών, ο Δαρείος έστειλε κήρυκες στην Σπάρτη, όπως έκανε και σε όλες τις πόλεις της Ελλάδος, για να ζητήσουν «γην και ύδωρ», οι Λακεδαιμόνιοι τους πέταξαν σε ένα πηγάδι και τους καλούσαν να πάρουν από κει «γην και ύδωρ» και να τα παν στον βασιλιά τους.. Στους Λακεδαιμονίους, λοιπόν, ξέσπασε ο θυμός του Ταλθυβίου, του κήρυκα του Αγαμέμνονος. Γιατί στην Σπάρτη υπάρχει ναός του Ταλθυβίου, ζουν και οι απόγονοί του, οι ονομαζόμενοι Ταλθυβιάδες, που τους έχουν δοθεί ως τιμητικό προνόμιο όλες οι αποστολές κηρύκων που στέλνει η Σπάρτη.  Εξ αιτίας όμως αυτού του γεγονότος, οι Σπαρτιάτες έκαναν θυσίες αλλά άδικα περίμεναν αίσια προμηνύματα. Κι αυτό κράτησε πολύ καιρό στην πόλη τους.  Και καθώς οι Λακεδαιμόνιοι αγανακτούσαν και το θεωρούσαν μεγάλη συμφορά, συγκαλούσαν πολλές φορές συνέλευση των πολιτών τους κι ο κήρυκας φώναζε: Ποιος Σπαρτιάτης δέχεται με την θέλησή του να δώσει την ζωή του για την Σπάρτη;  Τότε λοιπόν παρουσιάσθηκαν ο Σπερθίας, ο γιος του Ανηρίστου, κι ο Βούλις, ο γιος του Νικολάου, Σπαρτιάτες που κι από την φύση τους ήσαν προικισμένοι με χαρίσματα κι από την πλουσιότερη τάξη της πόλης, ανέλαβαν εθελοντικά να τιμωρηθούν από τον Ξέρξη για την θανάτωση των κηρύκων του Δαρείου στην Σπάρτη. Έτσι οι Σπαρτιάτες τους έστειλαν στους Πέρσες για να θανατωθούν. Αξιοθαύμαστη στάθηκε και αυτή η τολμηρή πράξη των ανδρών αυτών, αλλά κοντά σ’ αυτήν και τα λόγια τους. Δηλαδή, στην πορεία τους προς τα Σούσα φθάνουν στην αυλή του Υδάρνη. Ο Ξέρξης δείχνοντας μεγαλοψυχία τούς χάρισε τελικά την ζωή.
ΗΡΟΔΟΤΟΥ ΙΣΤΟΡΙΑΙ :"Αντίθετα στους Λακεδαιμονίους ξέσπασε η μάνητα του Ταλθυβίου, του κήρυκα του Αγαμέμνονος. Γιατί στη Σπάρτη υπάρχει ναός του Ταλθυβίου, ζουν και οι απόγονοί του, οι ονομαζόμενοι Ταλθυβιάδες, που τους έχουν δοθεί ως τιμητικό προνόμιο όλες οι αποστολές κηρύκων που στέλνει η Σπάρτη. Κι ύστερ᾽ απ᾽ αυτό οι Σπαρτιάτες από τις θυσίες που έκαναν άδικα περίμεναν αίσια προμηνύματα. Κι αυτό κράτησε πολύ καιρό στην πόλη τους. Και καθώς οι Λακεδαιμόνιοι αγαναχτούσαν και το θεωρούσαν μεγάλη συμφορά, συγκαλούσαν πολλές φορές συνέλευση των πολιτών τους κι ο κήρυκας φώναζε: «Ποιός Σπαρτιάτης δέχεται με τη θέλησή του να δώσει τη ζωή του για τη Σπάρτη;», ο Σπερθίας, ο γιος του Ανηρίστου, κι ο Βούλις, ο γιος του Νικολάου, Σπαρτιάτες που κι απ᾽ τη φύση τους ήταν προικισμένοι με χαρίσματα κι από την πλουσιότερη τάξη της πόλης, ανέλαβαν εθελοντικά να τιμωρηθούν από τον Ξέρξη για τη θανάτωση των κηρύκων του Δαρείου στη Σπάρτη. Έτσι οι Σπαρτιάτες τους έστειλαν στους Πέρσες για να θανατωθούν. Αξιοθαύμαστη στάθηκε και αυτή η τολμηρή πράξη των αντρών αυτών, αλλά κοντά σ᾽ αυτήν και τα λόγια τους. Δηλαδή, στην πορεία τους προς τα Σούσα φτάνουν στην αυλή του Υδάρνη. Κι ο Υδάρνης, Πέρσης στην καταγωγή, ήταν διοικητής των στρατιωτικών δυνάμεων στα παραθαλάσσια της Μικράς Ασίας· αυτός τους φιλοξένησε κάνοντάς τους τραπέζι· και πάνω στο τραπέζι, τους ρώτησε: «Άνδρες Λακεδαιμόνιοι, γιατί δε δέχεστε να γίνετε φίλοι του βασιλιά; Νά, βλέπετε πώς ξέρει ο βασιλιάς να τιμά τους άντρες που έχουν αρετή, ρίχνοντας μια ματιά σε μένα και τη θέση που κατέχω. Έτσι λοιπόν κι εσείς, αν γίνετε άνθρωποι του βασιλιά (γιατί έχει σχηματίσει τη γνώμη πως είστε άντρες με αρετή), ο καθένας σας θα μπορούσε να εξουσιάζει μια περιοχή της Ελλάδας που θα του παραχωρούσε ο βασιλιάς». Η απόκρισή τους ήταν η εξής: «Υδάρνη, η συμβουλή που μας απευθύνεις στηρίζεται σε μονόπλευρη εμπειρία· γιατί μας συμβουλεύεις για δυο πράγματα, που το ένα τους το δοκίμασες, το άλλο όμως όχι· δηλαδή γνωρίζεις πολύ καλά πώς ζουν οι δούλοι, όμως δε δοκίμασες ώς σήμερα την ελευθερία, τί άραγε να ᾽ναι, γλυκό ή όχι. Γιατί αν κάποτε τη δοκίμαζες, θα μας συμβούλευες ν᾽ αγωνιζόμαστε γι᾽ αυτήν όχι μονάχα με δόρατα, αλλά και με τσεκούρια». Αυτή την απάντηση έδωσαν στον Υδάρνη.Κι αποκεί ανέβηκαν στα Σούσα· κι όταν παρουσιάστηκαν στο βασιλιά, πρώτα πρώτα, ενώ οι σωματοφύλακές του τους πρόσταζαν, ασκώντας βία, να πέσουν και προσκυνήσουν το βασιλιά, δε δέχτηκαν με κανένα τρόπο να το κάνουν, όσο κι αν εκείνοι τους έσπρωχναν το κεφάλι προς τα κάτω· γιατί, επέμεναν, ούτε στο νόμο τους είναι γραμμένο να προσκυνούν άνθρωπο ούτε γι᾽ αυτό ήρθαν· κι αφού με αγώνα απέφυγαν την προσκύνηση, κατόπι λένε τα εξής και με το ακόλουθο περίπου περιεχόμενο: «Βασιλιά των Μήδων, εμάς μας έστειλαν οι Λακεδαιμόνιοι αντιστάθμισμα για τους κήρυκές σας που θανατώθηκαν στη Σπάρτη, για να πληρώσουμε εμείς για το θάνατό τους». Είπαν αυτοί τα παραπάνω, κι ο Ξέρξης, δείχνοντας μεγαλοψυχία, είπε πως δε θα μοιάσει τους Λακεδαιμονίους· γιατί εκείνοι, σκοτώνοντας κήρυκες, καταπάτησαν αυτά που όλοι οι άνθρωποι σέβονται σα νόμο, όμως αυτός δε θα κάνει εκείνα, για τα οποία τους μέμφεται, ούτε σκοτώνοντας για εκδίκηση εκείνους θ᾽ απαλλάξει τους Λακεδαιμονίους από το κρίμα τους. Έτσι, κι ύστερ᾽ απ᾽ αυτή την πράξη των Σπαρτιατών, σταμάτησε προς το παρόν η μάνητα του Ταλθυβίου, αν και ο Σπερθίας κι ο Βούλις γύρισαν στη Σπάρτη."
Ήταν εξαρχής σαφές σε όλους τους Έλληνες ότι η προσκύνηση και λατρεία του Μέγα Αλεξάνδρου ως θεού αποτελούσε μέθοδο διοίκησης των Ασιατών, ωστόσο δεν έγινε ανεκτή και αποτέλεσε σοβαρό λόγο αντίδρασης εναντίον του. Χαρακτηριστικό είναι ότι ακόμη και οι πιο πιστοί εταίροι, όπως ο Λεοννάτος, χλεύαζαν την προσκύνηση ακόμη και ενώπιον του Αλεξάνδρου. Παρά ταύτα ο Αλέξανδρος επέμεινε μέχρι το τέλος στην επιλογή του να θεωρείται γιος του Άμμωνα και ζήτησε να ταφεί στο μαντείο του στη λιβυκή έρημο αντί στη νεκρόπολη του Οίκου των Αργεαδών στις Αιγές (Βεργίνα). Το παράδειγμα του Αλεξάνδρου για την προσκύνηση και τη θεϊκή καταγωγή των βασιλέων, ελαφρά τροποποιημένο ένεκα χριστιανισμού, το ακολούθησαν οι ελέω Θεού (απολυταρχικοί) βασιλείς της Ευρώπης ως τον 19ο μ.Χ. αιώνα.
Στην αρχαία Ελλάδα οι βασιλείς και ευγενείς ανήγαν την καταγωγή τους σε θεούς, ημίθεους και ήρωες. Υπήρχαν μάντεις και προφήτες, που ήταν σε επαφή με τους θεούς, αλλά όποιος ισχυριζόταν ότι ήταν θεός, ήταν είτε βλάσφημος είτε ψυχοπαθής. Οι Έλληνες γνώριζαν ότι η θεοποίηση αποτελούσε απλώς εργαλείο διοίκησης των βαρβάρων, αλλά δεν ήταν δυνατόν να συγχωρήσουν όποιους υιοθετούσαν βαρβαρικά έθιμα και πολύ περισσότερο δεν ήταν δυνατόν να τα εφαρμόσουν οι ίδιοι. Παρόλα αυτά ο Αλέξανδρος προσπάθησε να τους πείσει επιστρατεύοντας μία σειρά από ανθρώπους του πνεύματος και της διανόησης. Ο σημαντικότερος εξ’ αυτών, ο υπερόπτης και προκλητικός σοφιστής Ανάξαρχος ο Αβδηρίτης, δεν περιορίστηκε σε ρόλο συμβούλου επικοινωνίας, αλλά παρακινούσε τον Αλέξανδρο να προκαλεί τρόμο στους φίλους του, κάτι που εφάρμοσε στην περίπτωση του Κλείτου. Σημαντικότερος αντίπαλος του Ανάξαρχου ήταν ο φιλόσοφος Καλλισθένης ο Ολύνθιος. Ανήκε κι αυτός στην ακολουθία του Αλεξάνδρου και είχε χαρακτήρα ευθύ και ειλικρινή. Ίσως γι’ αυτό ήταν και ο μόνος, που είχε το θάρρος να πει κατά πρόσωπο στον Αλέξανδρο εκείνα, με τα οποία αγανακτούσαν οι επιφανέστεροι και πιο ηλικιωμένοι Μακεδόνες. Σε κάποιο συμπόσιο ο Αλέξανδρος συμφώνησε με τις κολακείες των επιφανών Μήδων Περσών και των διαφόρων Ελλήνων αυλοκολάκων να τον προσκυνούν, ή (ακριβέστερα) αποδέχθηκε την πρόταση, που είχε αναθέσει να του υποβάλουν οι αυλοκόλακες. Ο απερίγραπτος Ανάξαρχος επιχειρηματολόγησε ότι ήταν δικαιότερο να θεωρείται θεός ο Αλέξανδρος παρά ο Διόνυσος και ο Ηρακλής και ότι ήταν σωστό να του αποδίδουν οι Μακεδόνες θεϊκές τιμές. Ακόμη, ήταν απόλυτα βέβαιος ότι θα το έπρατταν μετά το θάνατό του, γι’ αυτό πρότεινε να τις αποδίδουν στον Αλέξανδρο εν ζωή, ώστε να τις απολαμβάνει. Οι αυλοκόλακες χάρηκαν με τη φιλοσοφική τεκμηρίωση, που τους προσέφερε ο Ανάξαρχος και θέλησαν να αρχίσουν αμέσως την προσκύνηση. Τότε παρενέβη ο Καλλισθένης και απευθυνόμενος στον Ανάξαρχο, θύμισε σε όλους ότι υπήρχε μεγάλη διαφορά ανάμεσα στις τιμές, που προβλέπονταν για τους θεούς και σ’ εκείνες που προβλέπονταν για τους ήρωες και τους ανθρώπους. Για τους θεούς προβλέπονταν οι ύμνοι και η προσκύνηση, ενώ για τους ανθρώπους οι έπαινοι και ο ασπασμός. Οι θεοί θα οργίζονταν με τον Αλέξανδρο, αν αποδεχόταν θεϊκές τιμές, όπως θα οργιζόταν και ο Αλέξανδρος, αν κάποιος ιδιώτης αποδεχόταν βασιλικές τιμές. Όσα είπε ο Ανάξαρχος, ο Καλλισθένης τα έβρισκε κατάλληλα για τον Καμβύση, τον Ξέρξη, ή άλλους βάρβαρους βασιλείς, όχι όμως για τον Αλέξανδρο, που καταγόταν από τον Ηρακλή και τον Αιακό και οι πρόγονοί του πήγαν στη Μακεδονία από το Άργος, για να κυβερνήσουν όχι με τη βία, αλλά με τον νόμο. Αυτόν ακριβώς τον νόμο ζητούσε ο Καλλισθένης από τον Αλέξανδρο να σεβαστεί, διότι ακόμη κι ο Ηρακλής δεν τιμήθηκε ως θεός όσο ζούσε, αλλά μετά το θάνατό του και μετά από έγκριση του μαντείου των Δελφών. Αυτό το τελευταίο γεγονός κατεδείκνυε στον Αλέξανδρο τις δυσκολίες, που θα είχε με όλους τους Έλληνες. Ο Καλλισθένης δεν δίστασε να στραφεί ευθέως στον Αλέξανδρο και να του τονίσει ότι, αν επέμενε στην εν ζωή αποθέωσή του, θα ατίμαζε τους Μακεδόνες στα μάτια των άλλων Ελλήνων. Αν ήταν ανάγκη να υιοθετήσουν τα βαρβαρικά έθιμα, επειδή έπρεπε να κυβερνήσουν βαρβάρους, του πρότεινε ως εναλλακτική λύση να διαχωρίσει τις τιμές και να τιμάται Ελληνικά, δηλαδή ως άνθρωπος, από τους Έλληνες και βαρβαρικά, δηλαδή ως θεός, από τους βαρβάρους. Αυτή η εναλλακτική ήταν συμβατή με την Ελληνική νοοτροπία, που περιφρονούσε τους βαρβάρους, αφού ο ίδιος ο Αριστοτέλης συμβούλευε τον Αλέξανδρο να τους φέρεται όπως σε φυτά, ή ζώα.
Ο Διοκλητιανός ή Διοκλής (244 - 311) ήταν Ρωμαίος αυτοκράτορας από το 284 έως το 305. Γεννημένος σε μία ταπεινή οικογένεια στη ρωμαϊκή επαρχία της Δαλματίας, ο Διοκλητιανός αναρριχήθηκε στη στρατιωτική ιεραρχία και έγινε διοικητής του ιππικού του αυτοκράτορα Κάρου. Μετά το θάνατο του Κάρου και του γιου του, Νουμεριανού, σε εκστρατεία στην Περσία, ο Διοκλητιανός ανακηρύχθηκε αυτοκράτορας. Ο Διοκλητιανός έκανε πολλές μεταβολές στη διοίκηση: Το πολίτευμα έγινε απόλυτη μοναρχία. Ο αριθμός των υπαλλήλων αυξήθηκε. Οι βάρβαροι κατέλαβαν σημαντική θέση στον στρατό και την πολιτεία. Το πρόσωπο του αυτοκράτορα ήταν ιερό και οι υπήκοοι έπρεπε να του αποδίδουν λατρεία. Η σταδιακή συγκέντρωση των εξουσιών στο πρόσωπο του αυτοκράτορα επικυρώθηκε με την υιοθέτηση από τον Διοκλητιανό του πρωτοκόλλου της βασιλικής αυλής των Σασανιδών βασιλέων της Περσίας. Ο αυτοκράτορας έγινε απροσπέλαστος για τους υπηκόους του, στις εμφανίσεις του φορούσε το διάδημα και την πορφύρα* και επέβαλλε την προσκύνηση. Περιβλήθηκε, τέλος, με την ιερότητα που του απέδιδε η προσφώνηση «Ζευς» και η απαίτηση να λατρεύεται ως θεός. Εξαπέλυσε δριμείς διωγμούς κατά του Χριστιανισμού και του Μανιχαϊσμού. Η ρωμαϊκή αντεπίθεση ξεκίνησε το 298 μ.Χ. όταν ο αυτοκράτορας Διοκλητιανός νίκησε τον Πέρση βασιλιά Ναρσή και όρισε ως ρωμαϊκό σύνορο τον ποταμό Τίγρη. Ο Ναρσής παραιτήθηκε και βασιλιάς έγινε ο γιος του Ορμίσδας Β’ ο οποίος ήταν ένας φωτισμένος και σταθερός ηγέτης. Το 303, μόλις ξέσπασαν οι διωγμοί κατά των χριστιανών, το παλάτι του πυρπολήθηκε και ο εμπρησμός αποδόθηκε στους χριστιανούς. Σε αντίποινα κατεδαφίστηκε ο καθεδρικός ναός. Το 305 ο Διοκλητιανός παραιτήθηκε και αποσύρθηκε στο ανάκτορό του στο Σπάλαθο της Δαλματίας, όπου πέθανε μετά από 6 έτη.
Ο Βυζαντινός αυτοκράτορας ήταν η υπέρτατη πηγή κάθε εξουσίας στη Βυζαντινή αυτοκρατορία. Η ζωή του σχηματικά παρουσιάζει τρεις όψεις: α) οφείλει να υλοποιεί την αυτοκρατορική μεγαλοπρέπεια, πηγή και έκφραση της δύναμης και της αυθεντίας, β) είναι ο στρατιωτικός αρχηγός, ο πολέμαρχος και γ) είναι ο αρχηγός της Εκκλησίας. Έτσι, εντεταλμένος από το Θεό να βασιλεύσει ως «ελέω Θεού» ηγεμόνας, επαγρυπνεί πάνω από τα συμφέροντα του Κράτους υπηρετώντας τη Θεία Πρόνοια. Επιπλέον, οι κρατικές υπηρεσίες, οργανωμένες σε ένα αυστηρά ιεραρχικό σύστημα, ήταν δομημένες πάνω στην έννοια της τάξεως, θεμελιώδη αρχή της αυτοκρατορικής πολιτικής, που αντικατόπτριζε την αρμονία του σύμπαντος. Στα πλαίσια αυτά θα εξετάσουμε σε δύο ενότητες τον αυτοκρατορικό βίο, μέσα από τις βασικότερες τελετές ή εκδηλώσεις που τον χαρακτηρίζουν. Στην πρώτη θα ασχοληθούμε με τις αυτοκρατορικές τελετές δημοσίου χαρακτήρα, ενώ στη δεύτερη με εκείνες που άπτονται του ιδιωτικής του ζωής. Το τελετουργικό της βυζαντινής αυλής δεν μπορεί παρά να προσαρμόζεται στην ιερή εικόνα του αυτοκράτορα. Πληροφορίες για το τελετουργικό αυτό αντλούμε κυρίως από την Έκθεσιν περί βασιλείου τάξεως, του Κωνσταντίνου του Πορφυρογέννητου. Η τάξη που επικρατεί στην ουράνια κοινωνία, αποτυπώνεται στην προσπάθεια για την τήρηση της τάξης της ζωής στο παλάτι, η οποία επιτυγχάνεται μέσω μια παγιωμένης εθιμοτυπίας και την ύπαρξη πολλαπλών τελετών για κάθε σημαντική ή μη στιγμή. Η ακρόαση του Αυτοκράτορα γινόταν με σχολαστική τήρηση του προβλεπομένου τυπικού  κατά το οποίο ο προσερχόμενος έπρεπε να φέρει κατάλληλο ένδυμα δηλωτικό του αξιώματός του, να έχει τα χέρια καλυμμένα (για λόγους ασφαλείας), να προχωρήσει σιωπηρά με την σειρά του προς τον Αυτοκράτορα και να τον προσκυνήσει τρεις φορές γονατίζοντας μπροστά στον θρόνο. Όταν έφευγαν, οπισθοχωρούσαν σιωπηρά με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος και το πρόσωπο στραμμένο προς τον Αυτοκράτορα. Διάφορα τεχνάσματα (μηχανικά πουλιά που κελαηδούν, θρόνος που ανυψώνεται με ειδικό μηχανισμό) και άφθονη πολυτέλεια στην αίθουσα του θρόνου απέβλεπαν στον εντυπωσιασμό των ξένων επισκεπτών και μάλιστα των πρέσβεων των διαφόρων βαρβάρων, όπως περιγράφει ο Ιταλός Επίσκοπος Κρεμώνος Λιουτπράνδος. Βασικός καταλύτης στην ιστορική πορεία του Βυζαντίου υπήρξε ο αυτοκρατορικός θεσμός. Η δημόσια και ιδιωτική ζωή του βυζαντινού αυτοκράτορα χαρακτηρίζονταν από ένα πλήθος τελετών και εκδηλώσεων είτε δημοσίου είτε ιδιωτικού χαρακτήρα, οι οποίες λάμβαναν χώρα μέσα από μία υποδειγματική τάξη, που είχε σκοπό να υπενθυμίσει την ουράνια τάξη και αρμονία. Η εκλογή του από το στρατό κατά τους πρώτους αιώνες έχει τις καταβολές της στο ρωμαϊκό παρελθόν. Αργότερα, στην εκλογική διαδικασία θα παίξει ενεργό ρόλο η σύγκλητος ή και ο λαός. Σε κάθε περίπτωση, ωστόσο, η εκλογή εκλαμβάνονταν ως αποτέλεσμα της Θείας επιφοίτησης. Ο ίδιος, βέβαια, επιθυμούσε την κληρονομική διαδοχή στα πλαίσια της δυναστικής σταθερότητας που εξασφάλιζε. Όπως και να έχει, όμως, η ουσία παραμένει η ίδια. Ο αυτοκράτορας αποτελεί την αντανάκλαση της Θεϊκής εξουσίας στη γη. Με την παρουσία της Θείας Χάρης ασκεί την εξουσία του. Λειτουργεί ως ο εκλεκτός του Θεού και αποτελεί τον ύπατο αντιπρόσωπό του σε αυτόν τον κόσμο.
Πηγή : http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/library/browse.html?text_id=30&page=177
http://autochthonesellhnes.blogspot.gr/2013/05/blog-post_5553.html
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Προσκύνημα
http://www.ancient-greek-history.com/el/arhaia-elliniki-istoria-el/arxaiki-epoxi-el/oi-persikoi-polemoi-el
http://autochthonesellhnes.blogspot.gr/2014/12/blog-post_50.html
https://chilonas.com/2017/03/29/httpwp-mep1op6y-4wl/
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Διοκλητιανός
http://users.sch.gr/aiasgr/Eguklopaideia/Xwres_kai_laoi/Persia.htm
http://ebooks.edu.gr/modules/ebook/show.php/DSGL-A102/45/335,1357/
http://vizantinaistorika.blogspot.gr/2014/11/blog-post_19.html
https://sites.google.com/site/bishopphotios/home/dokimia/edemosiakaieidiotikezoetoubyzantinouautokratora