Δευτέρα, 19 Φεβρουαρίου 2018

Ρωμανός Διογένης : Ο Βυζαντινός "Λεωνίδας" που πολέμησε ηρωικά τους βαρβάρους στις "Θερμοπύλες" τις Μικράς Ασίας

Την πρωτοχρονιά του 1068 ο 45χρονος Ρωμανός Διογένης εστέφθη Αυτοκράτωρ Ρωμαίων, ονειροπολώντας να αναβιώσει τη δόξα και τη χαμένη δύναμη της Αυτοκρατορίας, σχεδιάζοντας να απαλλάξει τα Θέματα (επαρχίες) της Μικράς Ασίας από τις επιδρομές των Σελτζούκων Τούρκων, χωρίς να διαθέτει τα αξιόμαχα φουσάτα των προηγούμενων Στρατηγών Αυτοκρατόρων, ή την υποστήριξη των πολιτικών της Βασιλεύουσας, οι οποίοι διέκοψαν απρόθυμα την ηθική και υλική καταστροφή του στρατού και του κράτους για να τον εκθρονίσουν. Ο προηγούμενος αυτοκράτωρ, Κωνσταντίνος Ι Δούκας, είχε πεθάνει σε προχωρημένη ηλικία στις 21 Μαΐου 1067, αφήνοντας ως διάδοχο, τον ανήλικο γιό του Μιχαήλ και την 30χρονη όμορφη σύζυγό του Ευδοκία Μακρεμβολίτισα, η οποία ασκούσε την αντιβασιλεία προς χάριν του γιού της. Η Αυγούστα είχε απομείνει πλέον μόνη, ανασφαλής και περιστοιχισμένη από μία φατρία δολοπλόκων πολιτικών, για να κυβερνήσει μία τεράστια Αυτοκρατορία της οποίας οι επαρχίες μαστίζονταν από εχθρικές επιδρομές. Στο πρόσωπο του αρρενωπού Ρωμανού Διογένη δεν άργησε να βρει έναν ιδανικό Αυτοκράτορα ο οποίος θα ανελάμβανε με πυγμή τα διοικητικά, στρατιωτικά και πολύ περισσότερο, τα συζυγικά καθήκοντα. Ψηλός, ξανθός, εύρωστος, με φωτεινό, ελαφρά ειρωνικό βλέμμα και αριστοκρατικό παρουσιαστικό, ο Ρωμανός ήταν ένας ιδιαίτερα γοητευτικός άνδρας, του οποίου «…ακόμη και η αναπνοή ήταν ευγενική, αν όχι θεία», σύμφωνα με τα λόγια κάποιου χρονογράφου. Καταγόταν από επιφανή οικογένεια στρατιωτικών της Καισαρείας στην Καππαδοκία. Ο Ρωμανός Διογένης γεννήθηκε περί το 1025, πιθανώς στην Καππαδοκία, από όπου καταγόταν η οικογένειά του και στην οποία διέθετε κτηματική περιουσία. Ήταν γιος του Κωνσταντίνου Διογένη, διαπρεπούς στρατιωτικού αξιωματούχου επί βασιλείας Βασιλείου Β΄ (976-1025), και μιας εκ των ανιψιών του μετέπειτα αυτοκράτορα Ρωμανού Αργυρού (1028-1034). Ο πατέρας του είχε συλληφθεί να συνωμοτεί εναντίον του Ρωμανού Γ΄ Αργυρού και οδηγήθηκε στην αυτοκτονία. Από τον πρώτο του γάμο με την Άννα, κόρη του βουλγαρικής καταγωγής στρατηγού Αλουσιάνου, ο Ρωμανός απέκτησε ένα γιο ονόματι Κωνσταντίνο, ενώ από το δεύτερο γάμο του δύο γιους, το Νικηφόρο και το Λέοντα. Ηταν συγγενής του μετέπειτα αυτοκράτορα Νικηφόρου Βοτανειάτη. Το 1064 ως Δούκας της Σαρδικής (Σόφια), είχε αποκρούσει τις επιδρομές των Πετσενέγων, απωθώντας τους πέρα από τον Ίστρο (Δούναβη). Οι επιτυχίες του στο πεδίο της μάχης και η γενναιότητα που επιδείκνυε σε κάθε εχθρική επιδρομή είχαν αποτέλεσμα να οριστεί γενικός διοικητής των στρατευμάτων στο βόρειο σύνορο (με το βαθμό του δούκα ή κατεπάνω), με έδρα τη Σαρδική, γεγονός που τον ανέδειξε στους στρατιωτικούς κύκλους της Βασιλεύουσας. Παράλληλα, τιμήθηκε από τον αυτοκράτορα με τον τίτλο του βεστάρχη.
Δεν είχε κρύψει ποτέ την αντιπάθειά του για τον σάπιο πολιτικό κόσμο της Βασιλεύουσας ο οποίος διασπάθιζε τα χρήματα του Θησαυροφυλακίου, με λαιμαργία ίδια με εκείνη που οι Τούρκοι λεηλατούσαν τα σύνορα. Αυτά ήταν χρήματα που προέρχονταν από τους φόρους εκείνων των χωρικών που έβλεπαν τις καλύβες τους να πυρπολούνται και τα παιδιά τους να οδηγούνται αλυσοδεμένα στα τούρκικα σκλαβοπάζαρα. Τώρα βέβαια, διοχετεύονταν σε αμεσότερες κρατικές ανάγκες, όπως οι επαύλεις των συγκλητικών. Ο Καππαδόκης στρατηγός ήταν ανέκαθεν ύποπτος συνωμοσίας και ο κυριότερος εκπρόσωπος της στρατιωτικής αριστοκρατίας, η οποία για τα τελευταία 40 χρόνια επιχειρούσε να επανέλθει στην εξουσία. Το πρόβλημα όμως ήταν ότι ο νέος Αυτοκράτορας αποτελούσε προσωπική επιλογή της Ευδοκίας. Ήταν γενναίος στρατηγός και ικανός ηγέτης. Συνειδητοποιούσε την βαρύτητα της Σελτζουκικής απειλής και περιφρονούσε όσους δεν είχαν πιάσει ξίφος στα χέρια δίκαια αφού ότι είχε επιτύχει μέχρι τότε, το είχε επιτύχει πολεμώντας. Εργαζόταν άοκνα για την πολιτική και στρατιωτική εξυγίανση του κράτους και δεν είχε καμία πρόθεση να μετατραπεί σε σιωπηλό μάρτυρα της σήψης. Μετά τον θάνατο του Βασίλειου Β΄, μια σειρά εννέα Αυτοκρατόρων, είχε κατορθώσει μέσα σε 40 χρόνια αυτό που δεν είχαν καταφέρει αναρίθμητοι βαρβαρικοί λαοί επί 650 χρόνια να διαλύσουν την Αυτοκρατορία. Οι συνοριακές φρουρές σταδιακά αποσύρονταν, τα ανατολικά Θέματα αφέθηκαν στη μοίρα τους. Τώρα μόνος του εκείνος τάραξε τα στάσιμα νερά της γενικής αδιαφορίας και εναντιώθηκε στους αρνησιπάτριδες πολιτικούς. Ο αγώνας του θα ήταν αιματηρός και μοναχικός. Για τον αυτοκράτορα Ρωμανό Δ΄ Διογένη η σωτηρία της Αυτοκρατορίας ήταν ζήτημα αρχής και θανάτου. Ο Ρωμανός Δ΄ καλούνταν να αντιμετωπίσει δύσκολες και περίπλοκες περιστάσεις, τόσο στο εξωτερικό από τις επιδρομές των Σελτζούκων, τους οποίους ο βυζαντινός στρατός δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά, όσο και στο εσωτερικό μέτωπο: αν και βασίλευε από κοινού με τους γιους του Κωνσταντίνου Ι΄, ο Ρωμανός έπρεπε να αντιμετωπίσει τις αντιδράσεις της οικογένειας των Δουκών, οι οποίοι, με επικεφαλής τον Ιωάννη Δούκα, τον καίσαρα, αδελφό του αποθανόντα αυτοκράτορα, υπονόμευαν συνεχώς τις προσπάθειές του. Αιτία αυτής της αντιπολίτευσης ήταν ο φόβος των Δουκών μήπως ο Ρωμανός ιδρύσει νέα δυναστεία, παραγκωνίζοντας τους νόμιμους διαδόχους του Κωνσταντίνου Ι΄. Πρωταρχικό μέλημα του νέου αυτοκράτορα ήταν να ανασυγκροτήσει το στρατό και να θέσει τον κρατικό μηχανισμό σε πολεμική ετοιμότητα, εγχείρημα δύσκολο από τη φύση του και ακόμη δυσκολότερο λόγω της αντίδρασης των Δουκών. Μετά την ανάρρησή του στο θρόνο, ανακήρυξε συμβασιλείς τους τρεις γιους του Κωνσταντίνου Ι΄. Όμως, όταν απέκτησε και ο ίδιος δύο γιους με την Ευδοκία, τους ανακήρυξε κι αυτούς συμβασιλείς. Έτσι, η αυτοκρατορία διοικούνταν από το Διογένη, την Ευδοκία και πέντε συμβασιλείς, δείγμα της πολιτικής ρευστότητας που επικρατούσε στο εσωτερικό του κράτους.
Τελικά, ο Ρωμανός φτάνει το καλοκαίρι του 1071 στην περιοχή της πόλης Μάντζικερτ. Εκεί, αφού απορρίπτει τις προτάσεις εκεχειρίας του Αλπ-Αρσλάν, προετοιμάζεται για μάχη. Έτσι, την Παρασκευή 26 Αυγούστου του 1071, λαμβάνει χώρα η μάχη που θα ζημιώσει μακροπρόθεσμα την Ανατολία. Ο Βυζαντινός στρατός αποτελείτο από περίπου 35.000 στρατιώτες με ένα τμήμα να είναι πίσω σε εφεδρεία υπό τον αντίπαλο του Διογένη, Ανδρόνικο Δούκα (υιό του Καίσαρα Ιωάννη Δούκα που είχε εξοριστεί) με εντολή να μην αφήνει μεγάλη απόσταση από τον υπόλοιπο στρατό ώστε να μην παρεισφρήσουν οι εχθροί. Ο αυτοκράτορας είχε τεθεί επικεφαλής του κέντρου που αποτελείτο από τους δικούς του  Καππαδόκες, την αυτοκρατορική φρουρά  και το κατάφρακτο ιππικό. Το αριστερό μέρος που αποτελείτο πρώτιστα από τα βαλκανικά τμήματα το ανέθεσε  στον Νικηφόρο Βρυέννιο, ενώ το δεξιό που αποτελείτο από τα Μικρασιατικά θέματα και τους Αρμένιους το ανέθεσε  στον Θεόδωρο Αλυάτη, με το ελαφρύ ιππικό (μισθοφόροι) να καλύπτει τα πλευρά της στρατιάς. Το αντίστοιχο σχέδιο του σουλτάνου Αλπ Αρσλάν προέβλεπε ότι ο έμπιστος του Ταράγκ με 23.000 ιππείς θα εξαπέλυε πλευρικές επιθέσεις, προσπαθώντας να αποφύγει μάχη σώμα με σώμα, ενώ ο ίδιος με 7.000 άντρες θα παρακολουθούσε από ψηλά την εξέλιξη πράττοντας ανάλογα. Αν και η μάχη ξεκίνησε με καλές προοπτικές για τους Βυζαντινούς, ο εχθρός επιμελώς απέφευγε την κατά μέτωπο σύγκρουση, προσπαθώντας να αντιμετωπίσει τους Βυζαντινούς με ένα είδος ανορθόδοξου πολέμου. Η επίθεση της αυτοκρατορικής στρατιάς είναι ορμητική αλλά και οι αντίπαλοι του επιδέξιοι απέφευγαν την κύκλωση τους ενώ με τους ικανούς τοξότες τους δημιουργούσαν αρκετά προβλήματα. Κατά το δειλινό, και ενώ δεν είχε γίνει ουσιαστική μάχη, ένα σήμα επιστροφής του Ρωμανού Δ΄, προκάλεσε σύγχυση στο στράτευμα. Τη σύγχυση πιθανόν ενέτειναν οι προδοτικές φήμες που διέδωσε ο στρατηγός Ανδρόνικος Δούκας για συντριβή της εμπροσθοφυλακής. Το χάος που επακολούθησε έδωσε τη δυνατότητα στον ικανότατο και οξύνου Τούρκο φύλαρχο να εξαπολύσει αντεπίθεση και να συντρίψει τους Βυζαντινούς. Με την ολοκληρωτική διάλυση των δύο άκρων όλο το Σελτζουκικό ιππικό έπεσε πάνω στο κέντρο του αυτοκρατορικού στρατού που εξακολουθούσε να μάχεται συντεταγμένα, όμως η μάχη ήταν πλέον άνιση. Ο Διογένης με τους Καππαδόκες και την αυτοκρατορική φρουρά έδιναν σκληρό αγώνα  όμως οι Σελτζούκοι έσφιγγαν τον κλοιό όλο και περισσότερο, για να καταφέρουν τελικά να συλλάβουν τραυματισμένο τον ίδιο τον Αυτοκράτορα. Φόρεσε λοιπόν ο αυτοκράτορας την πανοπλία του, γύμνωσε το ξίφος εναντίον των εχθρών και σκότωσε πλήθος εχθρών και άλλους τόσους έτρεψε σε φυγή. Εν συνεχεία όμως εκείνοι, που έβαλλαν εναντίον του, τον αναγνώρισαν και τον περικύκλωσαν. Τότε πληγωμένος γλιστράει από το άλογο και πιάνεται αιχμάλωτος. Ο αυτοκράτωρ των Ρωμαίων οδηγείται δορυάλωτος στους εχθρούς και το στράτευμα διαλύεται. Λίγοι ήταν αυτοί που διέφυγαν. Οι περισσότεροι είτε πέρασαν δια στόματος μαχαίρας είτε αιχμαλωτίσθησαν. Ο ίδιος ο Βυζαντινός Αυτοκράτορας Ρωμανός Δ' Διογένης, μαζί με πολλούς στρατηγούς, πιάστηκε αιχμάλωτος. Η απώλεια της Ανατολίας, βασικού τροφοδότη σε έμψυχο υλικό και τρόφιμα, σημαίνει την ανεπανόρθωτη αποδυνάμωση μεγάλου τμήματος της Βυζαντινής επικράτειας, που αν και μπόρεσε να ορθοποδήσει, ποτέ ξανά δεν έφτασε τα επίπεδα ακμής της δυναστείας των Μακεδόνων. Η ήττα οφειλόταν, κατά μεγάλο μέρος, στην προδοτική στάση στρατιωτικών και πολιτικών όπως οι (Ιωάννης Δούκας, Ανδρόνικος Δούκας, Μιχαήλ Ψελλός. Η Σελτζουκική νίκη ήταν πλήρης αφού εκτός από τον αιχμάλωτο Αυτοκράτορα είχαν στην κατοχή τους  αρκετούς αιχμαλώτους αλλά και σχεδόν απείραχτο το αντίπαλο στρατόπεδο αποκομίζοντας  μεγάλες ποσότητες λάφυρων και εφοδίων. Ακόμα και την ύστατη ώρα, το κακό θα μπορούσε να είχε αποσοβηθεί. Ο Αλπ Αρσλάν, για στρατηγικούς λόγους, πρότεινε όρους ειρήνης μάλλον ευνοϊκούς στο Ρωμανό, και τον άφησε ελεύθερο. Μετά τη συνομολόγηση συνθήκης ειρήνης με το Σελτζούκο σουλτάνο, η οποία άφηνε εδαφικά σχεδόν ανέπαφη τη βυζαντινή Μικρά Ασία, ο Ρωμανός Διογένης απελευθερώθηκε και πήρε την οδό της επιστροφής στην Κωνσταντινούπολη.
Στην πρωτεύουσα όμως και πριν την επιστροφή του αυτοκράτορα, οι εχθροί του με αρχηγό τον Ιωάννη Δούκα, και επηρεαζόμενοι από τον Μιχαήλ Ψελλό, με πρόφαση την ήττα του Ρωμανού έστεψαν βασιλέα τον Μιχαήλ Ζ΄ Δούκα. Απέρριψαν κοντόφθαλμα και ασυζητητί τους όρους του Αρσλάν, πολιτική που καταδεικνύει τόσο την έλλειψη διορατικότητας, όσο και την άσβεστη προσωπική τους φιλοδοξία. Η Ευδοκία εξορίστηκε σε μοναστήρι στην Πρίγκηπο. Με εισήγηση του καταχθόνιου Ψελλού, αποκηρύχθηκε ο Ρωμανός και σε συνεργασία με τον Καίσαρα Ιωάννη Δούκα και τούς γιούς του Ανδρόνικο και Κωνσταντίνο, αναγόρευσαν τον γιό της Ευδοκίας Μιχαήλ Ζ’ Δούκα, ως Αυτοκράτορα, ενώ την ίδια την εξανάγκασαν να ασπαστεί το μοναχικό σχήμα. Τάχιστα απέστειλαν διάταγμα προς όλες τις ανατολικές επαρχίες με το οποίο τις καλούσαν να συλλάβουν τον Ρωμανό, ενώ έδειξαν μία σπουδή άνευ προηγουμένου, για να συγκροτήσουν στρατιωτική δύναμη προκειμένου να τον αντιμετωπίσουν. Μία σπουδή πού ουδέποτε είχαν δείξει όταν επρόκειτο να αντιμετωπίσουν τούς ξένους εισβολείς. Η συνέχεια έμελλε να είναι οδυνηρή για τον Ρωμανό. Η μοίρα τον καταδίωκε αλύπητα. Ενώ συγκέντρωσε αξιόλογο στράτευμα πού αποτελείτο από τούς έμπιστους Καππαδόκες, καθυστέρησε να κινηθεί προς την Βασιλεύουσα, και κατευθύνθηκε προς την Καππαδοκία. Στις μάχες πού ακολούθησαν, οι κυβερνητικοί επικουρούμενοι από τούς Φράγκους μισθοφόρους του Κρισπίνου, νίκησαν κατά κράτος τα στρατεύματα του Ρωμανού και έδειξαν την απανθρωπιά τους τυφλώνοντας τον στρατηγό Θεόδωρο Αλυάτη και τον Αρμένιο Δούκα της Αντιοχείας Χατατούριο, πού είχαν συμμαχήσει με τον ηττημένο του Μαντζικέρτ. Ο ίδιος ο Ρωμανός παραδόθηκε στούς διώκτες του, και παρά την αρχική συμφωνία πού είχε γίνει για την σωματική του ακεραιότητα, τον τύφλωσαν, τον μετέφεραν στη νήσο Πρώτη της Προποντίδος, όπου και πέθανε τον Αύγουστο του 1072, μέσα σε αφόρητους πόνους πού είχαν προκαλέσει οι πληγές του. Έτσι η έκφυλη άρχουσα τάξη της αριστοκρατίας και των πλουσίων, άνοιξε τις πύλες προς τούς Ασιάτες νομάδες πού έμελλε να κυριαρχήσουν στην Μικρά Ασία, να την ερημώσουν και να σβήσουν όλα τα σημάδια προηγούμενων πολιτισμών πού είχαν φωτίσει με τα φώτα τους ολόκληρη την ανθρωπότητα. Η κοιτίδα της αρχαίας Ελληνικής φιλοσοφίας και επιστημών, η γενέτειρα του Ομήρου, του Θαλή, του Ηροδότου, του Στράβωνα, του Διογένη, αλλά και η κοιτίδα της Ορθοδοξίας, αφού εκεί δίδαξε ο Μέγας Βασίλειος, ο Ιωάννης Χρυσόστομος, ο Άγιος Νικόλαος, ο Μέγας Φώτιος έμελλε να χάσει την Ελληνική της ταυτότητα.
Πηγή : http://www.istorikathemata.com/2012/08/battle-of-matzikert.html
http://asiaminor.ehw.gr/forms/fLemmaBodyExtended.aspx?lemmaId=6007
https://chilonas.com/2012/08/25/httpwp-mep1op6y-pd/
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Ρωμανός_Δ΄_Διογένης
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Μαλαζγκίρτ

Τρίτη, 13 Φεβρουαρίου 2018

Θεμιστοκλής και Αριστείδης : Οι δύο σπουδαίοι πολιτικοί αντίπαλοι στην αρχαία Αθήνα στα χρόνια των Περσικών πολέμων και της Αθηναϊκής ηγεμονίας

Η αρχαία αθηναϊκή δημοκρατία είναι το πολίτευμα που δικαιούνται κυριολεκτικά και απόλυτα να αποκαλείται δημοκρατία. Μόνο σ' αυτό ο "δήμος" (λαός) "κρατεί" (έχει, την εξουσία). Κανένα άλλο σημερινό δεν δικαιούται κάτι τέτοιο.  Αρκετές πλάνες συνδέουν την αθηναϊκή δημοκρατία με τον Περικλή. Οι τρεις, πιο διαδεδομένες, είναι ότι ο Περικλής εγκαθίδρυσε τη δημοκρατία, ήταν για πολλά χρόνια "πρόεδρος" ή "πρωθυπουργός" της και διοικούσε περίπου δικτατορικά (το τελευταίο επειδή ο Θουκυδίδης, αυτός ο ανυπέρβλητος δάσκαλος της πολιτικής και ιστορικής σκέψης, γράφει ότι "εγίγνετό τε λόγω μεν δημοκρατία, έργω δε υπό του πρώτου ανδρός αρχή"). Ας ξεκαθαρίσουμε πρώτα τις πλάνες αυτές. Ο Περικλής ολοκλήρωσε, ασφαλώς, τους δημοκρατικούς θεσμούς και συνέβαλε αποφασιστικά, ως πράγματι μέγας πολιτικός άνδρας, στην άψογη λειτουργία τους κατά το μακρό χρόνο της θητείας του. Ομως οι "πατέρες της δημοκρατίας", που προηγήθηκαν, ήταν ο Σόλων, ο Κλεισθένης και ο Εφιάλτης, κυρίως δε οι δύο τελευταίοι. Ο Περικλής δεν ήταν "πρόεδρος" ή "πρωθυπουργός". Εκλεγόταν ως στρατηγός (μαζί με άλλους 9) για ένα μόνο χρόνο θητείας και επανεκλεγόταν από το λαό στο αξίωμα αυτό επί δεκαετίες. Και, βέβαια, δεν φανταζόταν ότι μερικοί θα τον αποκαλούσαν κάποτε "δικτάτορα". Οπως δεν το φανταζόταν κι ο Θουκιδίδης, όταν κατέγραφε το γεγονός της "υπό του πρώτου ανδρός αρχής" σε μία παράγραφο όπου αποτιμά τις εξαιρετικές πολιτικές ικανότητες και την αρετή του Περικλή. Η "ενός ανδρός αρχή" του Περικλή είχε την παρατεταμένη και κατ' έτος ανανεούμενη έγκριση του λαού. Άλλωστε ο Θουκιδίδης επιφυλάσσει μόνο στον Περικλή τη μοναδικότητα της "δημηγορίας" χωρίς αντίλογο -όλες οι άλλες δημηγορίες είναι αμφίπλευρες- κι αυτό λέει πολλά για την εκτίμηση του Θουκυδίδη στο πρόσωπό του. Η δημοκρατία δεν "φύτρωσε" ξαφνικά στην ελληνική πολιτική σκέψη. Τα πρώτα σπέρματά της ανάγονται στην αυγή της εμφάνισης του λαού αυτού, στη μυθολογία του. Δεν είναι του παρόντος να αρχίσουμε από εκεί. Θα σταθούμε μόνο σε ένα γεγονός: η "εκκλησία του δήμου" υπάρχει και λειτουργεί πολύ πριν εμφανιστεί η δημοκρατία. Έστω και αν οι δικαιοδοσίες της είναι, ακόμη, πολύ περιορισμένες: να εγκρίνει ή όχι τις προτάσεις των βασιλέων ή άλλων αρχόντων. Η Αθήνα δεν ήταν, τότε, η μοναδική δημοκρατική πολιτεία. Όμως το υπόδειγμα που προσέφερε ήταν τόσο τέλειο, που περιττεύει η αναφορά και σε άλλα. Ο Σόλων ήταν ο πρώτος που αναμόρφωσε ριζικά τους πολιτικοκοινωνικούς θεσμούς στην Αθήνα (594-593 π.Χ.). Με μια σειρά από επαναστατικά επανορθωτικά μέτρα, που όλα μαζί ονομάστηκαν "σεισάχθεια" (απόσειση βαρών) επανέφερε την κοινωνική γαλήνη: ακύρωσε τις οφειλές προς το δημόσιο ή ιδιώτες, κατάργησε το δανεισμό "επί σώμασιν", απελευθέρωσε όσους πολίτες είχαν δουλωθεί και αμνήστευσε τα αδικήματα που επέφεραν απώλεια των πολιτικών δικαιωμάτων. Στο καθαρά πολιτικό επίπεδο (όπου ενεργοί πολίτες ήταν μόνον όσοι ανήκαν στις δύο ανώτερες τάξεις των "ευγενών") έδωσε πολιτικά δικαιώματα και στην τελευταία τάξη, τους "θήτες", έδωσε στην εκκλησία του δήμου το δικαίωμα εκλογής αρχόντων και καθιέρωσε την τακτική σύγκλησή της, ίδρυσε δεύτερη βουλή (επί πλέον της προύπάρχουσας βουλής του -Αρείου Πάγου) αποτελούμενη από 400 πολίτες (100 από κάθε φυλή) με προβουλευτική (εισηγητική) αρμοδιότητα, ίδρυσε λαϊκά δικαστήρια με δικαίωμα προσφυγής σ' αυτά όσων δεν ήθελαν να δικαστούν από τους άρχοντες και έδωσε δικαίωμα στους πολίτες να κινούν δίκη κατά οποιουδήποτε (και άρχοντα) που βλάπτει οποιονδήποτε (και δούλο). Ηταν, ασφαλώς, πολλές και ριζοσπαστικές οι αλλαγές αυτές. Και δίκαια θεωρήθηκε από πολλούς ο Σόλων ως "πατέρας της δημοκρατίας" (ο Αριστοτέλης γράφει ότι -από τον Σόλωνα "αρχή δημοκρατίας εγένετο").  Ωστόσο, παρέμενε ακόμη πολύς δρόμος να διανυθεί. Στις ανώτατες δημόσιες θέσεις εκλέγονταν μόνο πρόσωπα από τις δύο ανώτερες τάξεις των ευγενών ("πεντακοσιομέδιμνοι" και "ιππείς") ενώ από τις υπόλοιπες δύο τάξεις, οι μεν "ζευγίτες" ήταν εκλόγιμοι μόνο σε κατώτερες αρχές ενώ οι "θήτες" σε καμμία. Το πολίτευμα παρέμενε "τιμοκρατικό". Ο Κλεισθένης ήταν αυτός που μεταρρύθμισε ριζικά το αθηναϊκό πολίτευμα (508-507 π.Χ.) και σφράγισε το δημοκρατικό του χαρακτήρα. Προχώρησε σε τρία, καίρια πολιτικά επίπεδα. Στα θεμέλια της πολιτείας, περιόρισε τη δυνατότητα επηρεασμού των ασθενεστέρων πολιτών και μείωσε τις τοπικιστικές τάσεις. Στη διοίκηση, μετέφερε στη λαϊκή Βουλή τις εξουσίες των αρχόντων. Στην κορυφή, απογύμνωσε από όλες τις εξουσίες τον "επώνυμο άρχοντα", ένα πρόσωπο φύσει και θέσει πολύ ισχυρό, υποκαθιστώντας τον με ένα απλό βουλευτή-πολίτη, που κληρωνόταν στη θέση αυτή για μία μόνο ημέρα. Το δυσκολοτερο από τα εγχειρήματα αυτά ήταν το πρώτο. Για να το επιτύχει, ο Κλεισθένης επινόησε και έθεσε σε εφαρμογή μια πραγματική πολιτικο-κοινωνική ανατροπή. Μέχρι τότε, οι πολίτες υπάγονταν σε 4 φυλές, καθεμιά από τις οποίες ήταν ένωση "φρατριών" (αδελφοτήτων κοινής καταγωγής) και χωριζόταν, πληθυσμιακά σε 3 "τριττυές" (1/3 φυλής άρα 1/12 του πληθυσμού). Αθηναίος πολίτης γινόταν μόνον όποιος ανήκε σε κάποια φρατρία και η ιδιότητα του μέλους της φρατρίας δεν ήταν επίκτητη αλλά συγγενης. Ο Κλεισθένης παρέκαμψε τις παραδοσιακές φρατρίες και φυλές. στη θέση των φρατριών εισήγαγε, γαι την εκλογική διαδικασία, τους δήμους [150 - 170 συνολικά], οι οποίοι κατανεμήθηκαν σε 10 ομάδες, που ονομάστηκαν επίσης φυλές. Επειδή οι νέες, τεχνητές φυλές θα χρησίμευαν ως εκλογικές λέσχες, γαι να επιτευχθεί ο σκοπός της μεταρρύθμισης έπρεπε οι φυλές α) να έχουν ίσο περίπου αριθμό εκλογέων β) να μην εκφράζουν τοπικιστικές τάσεις και συμφέρονται των εκλογέων και γ) να εμπο δίζουν την άσκηση πιέσεων στους εκλογείς από τοπικούς παράγοντες, Το σχήμα που θεσμοθετήθηκε, γαι να εξασφαλιστούν οι τρείς αυτές προυποθέσεις, προέβλεπε το χωρισμό της αθηναϊκής επικράτειας σε τρείς περιοχές: το "άστυ", την "παραλία" και τη "μεσογαία". Με πληθυσμιακά κριτήρια, οι δήμοι κάθε περιοχής υπήχθησαν σε 10 (ισάριθμες προς τις φυλές) νέες "τριττύες", ώστε όλες οι κατά περιοχή τριττύες να έχουν ίσο περίπου αριθμό εκλογέων. Έπειτα από κλήρωση, κάθε φυλή απαρτίστηκε από τρείς τριττύες, μία του άστεος μία της παραλίας και μία της μεσογαίας. Η διασπορά ήταν πλήρης. Κάθε φυλή αναλάμβανε την "πρυτανεία" για το 1/10 του έτους, δηλαδή για 36 περίπου ημέρες. Γιατί λοιπόν ο Κλεισθένης δεν δημιούργισε 12 νέες φυλές, αντί 10, ώστε το πολιτικό "ημερολόγιο" να συμπίπτει με το πραγματικό και καθε μιά φυλή να πρυτανεύει επί ένα μήνα; Διότι τότε, καθεμιά από τις 12 νέες φυλές θα περιλάμβανε το 1/12 του πληθυσμού, αρά θα συνέπιπτε με την παλαιά τριττύ (τριττύς=1/3 της καθεμιάς από τις 4 παλαιές φυλές = 1/12 πληθυσμού) και οι πολιτικο-κοινωνικές δομές θα παρέμεναν αναλλοίωτες.  Με τη μεταρρύθμιση του Κλεισθένη διαμορφώθηκε ο βασικός κορμός της αθηναϊκής δημοκρατίας. Η εκκλησία του δήμου όχι μόνον απορρίπτει η τροποποιεί τις προτάσεις των αρχόντων και δέχεται προτάσεις πολιτών, αλλά και επικυρώνει ή ακυρώνει θανατικές καταδίκες δικαστηρίων, ακόμη και του Αρείου Πάγου.  Η Βουλή διευρύνεται (500 μέλη, 50 από κάθε φυλή) και, πέραν της προβουλευτικής της αρμοδιότητας, αναλαμβάνει, σε σύμπραξη με τους άρχοντες, και τη διοίκηση της πολιτείας. Δίνονται πολιτικά δικαιώματα σε νέους πολίτες θεσπίζεται ο "οστρακισμός". Τόσο οι φυλές όσο και οι δήμοι αποκτούν διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια, με δική τους εκκλησία, αιρετές/κληρωτές αρχές, περιουσία, ταμείο και αρχεία. Μόνον οι τριττύες έχουν απλούστερη οργάνωση, ενώ οι παλαιές φυλές και φρατρίες, απογυμνωμένες από κάθε πολιτική εξουσία, παραμένουν για παραδοσιακούς και μόνο λόγους. Η Κλεισθένεια δημοκρατία είναι πια ολοκληρωμένη κατά τα δύο από τα τρία θεμέλια βάθρα της: η "ισηγορία" και "ισονομία" έχουν εξασφαλιστεί. Πάσχει μόνο το τρίτο βάθρο: η "ισοκρατία" (ισότητα ισχύος των πολιτών). Κι αυτό ακριβώς ανέλαβε να ολοκληρώσει ο Εφιάλτης με τον Περικλή κάποιες δεκαετίες μετά.
Η αρχαία Αθήνα πρωταγωνίστησε στους Περσικούς πολέμους, ηγήθηκε της συμμαχίας της Δήλου, καθώς και της μιας από τις δύο συμμαχίες οι οποίες συγκρούστηκαν κατά τον Πελοποννησιακό πόλεμο. Λίγο μετά την λήξη των Περσικών πολέμων η Πανελλήνια συμμαχία που είχε συσταθεί το 481 με σκοπό την αντιμετώπιση των Περσών διασπάστηκε. Κύρια αιτία ήταν η συνέχιση του πολέμου κατά των Περσών από πλευράς Αθηναίων, ενώ οι Πελοποννήσιοι δεν επιθυμούσαν την συνέχιση των πολεμικών επιχειρήσεων. Έτσι όταν οι Αθηναίοι έπλευσαν στον Ελλήσποντο για να ελευθερώσουν τις ελληνικές πόλεις της περιοχής, οι Σπαρτιάτες με τους υπόλοιπους Πελοποννήσιους αποχώρησαν. Χωρίς την βοήθεια των υπόλοιπων Ελλήνων οι Αθηναίοι προχώρησαν στην πολιορκία της Σηστού και την κατέλαβαν το 478 π.Χ. Την ίδια χρονιά ή πιθανόν ένα χρόνο μετά, το 477 π.Χ. η Αθήνα προχώρησε στην ίδρυση της Δηλιακής συμμαχίας ή πρώτης Αθηναϊκής συμμαχίας. Μετά τη λήξη των Μηδικών πολέμων η Αθήνα εκμεταλλευόμενη τις νέες συνθήκες της εποχής, κυρίως όμως το φόβο των ελληνικών πόλεων της Μικράς Ασίας και του Αιγαίου για τον περσικό κίνδυνο και τη δυσαρέσκειά τους προς τη Σπάρτη -εξαιτίας της αποτυχημένης εκστρατείας του σπαρτιάτη στρατηγού Παυσανία εναντίον των Περσών (478 π.Χ.)- ανέλαβε την πρωτοβουλία να ενώσει όλες τις ελληνικές πόλεις και να δημιουργήσει το 478/7 π.Χ. τη Δηλιακή ή Α' Αθηναϊκή συμμαχία. Πρόφαση για τη δημιουργία της συμμαχίας ήταν να εκδικηθούν οι Έλληνες τους Πέρσες για τις καταστροφές που έπαθαν κατά τους Μηδικούς πολέμους. Κύρια επιδίωξή τους όμως, ήταν να διατηρήσουν την ανεξαρτησία τους και να απελευθερώσουν τις ελληνικές πόλεις που βρίσκονταν κάτω από την περσική κυριαρχία. Θα διατηρούσαν μια κοινή επιθετική και αμυντική πολιτική και για το λόγο αυτό ορκίστηκαν να έχουν όλα τα μέλη της συμμαχίας τους ίδιους εχθρούς και φίλους. Αρχικά, συμμετείχαν περίπου εκατόν σαράντα πόλεις, οι οποίες σύμφωνα με την κατάταξή τους στους φορολογικούς καταλόγους της Αθήνας, χωρίζονταν σε πέντε γεωγραφικές περιφέρειες: την Ιωνία, τον Ελλήσποντο, τη Θράκη, την Καρία και τα Νησιά. Οι πόλεις θα ήταν αυτόνομες και ισόψηφες, θα διατηρούσαν δηλαδή τους νόμους τους και θα είχαν τον ίδιο αριθμό ψήφων, ώστε να μην επηρεάζονται οι αποφάσεις της συμμαχίας μόνον από τις ισχυρότερες πόλεις. Καθορίστηκε ο αριθμός των πλοίων που θα διέθεταν οι σύμμαχοι, όπως η Λέσβος, η Χίος και η Σάμος και το ποσό του φόρου που θα κατέβαλλαν οι πόλεις που δε διέθεταν ναυτικό. Η είσπραξή του ανατέθηκε σε δέκα οικονομικούς αξιωματούχους, τους "Ελληνοταμίες", που θα ήταν αθηναίοι πολίτες, θα εκλέγονταν από την Εκκλησία του δήμου και θα ήταν υπόλογοι σε αυτήν. Ως τόπος για τη συνάντηση των αντιπροσώπων των σύμμαχων πόλεων και για τη φύλαξη του ταμείου τους, επιλέχτηκε το ιερό του Απόλλωνα στη Δήλο. Την επιλογή αυτή επέβαλαν λόγοι θρησκευτικοί, καθώς αποτελούσε κέντρο λατρείας των ιωνικών πόλεων, πολιτικοί, επειδή δεν είχε ιδιαίτερες πολιτικές φιλοδοξίες το ιερό του Απόλλωνα στη Δήλο, αλλά και πρακτικοί, αφού ήταν λιμάνι και βρισκόταν σε κεντρικό σημείο του Αιγαίου. Όταν αργότερα το ταμείο μεταφέρθηκε στην Αθήνα, τοποθετήθηκε μέσα στον Παρθενώνα. Με την ίδρυση της συμμαχίας αυτής οι Αθηναίοι επισφράγισαν την υπεροχή τους στην θάλασσα. Μετά το τέλος των Περσικών πολέμων και την αποχώρηση των Περσών η Αθήνα ήταν κατεστραμμένη πόλη. Την περίοδο αυτή άρχισε η ανέγερση των τειχών της πόλης. Η Σπάρτη αντέδρασε στην ανέγερση των τειχών και απαίτησε από τους Αθηναίους να μην προχωρήσουν στην οχύρωση της πόλης. Ο Θεμιστοκλής τότε πήγε στην Σπάρτη για να διαπραγματευτεί το θέμα δίνοντας εντολή στους Αθηναίους να συνεχίσουν την ανέγερση των τειχών. Ο ίδιος καθυστέρησε τις διαπραγματεύσεις με τους Σπαρτιάτες μέχρι το τείχος να φτάσει σε ένα ικανό ύψος για να αποκρούσει επιθέσεις και τότε τους αποκάλυψε πως η Αθήνα έχει ήδη τειχιστεί. Στην συνέχεια οχυρώθηκε και ο Πειραιάς. Στα χρόνια μετά τη λήξη των Περσικών πολέμων κυριαρχούσε στην πολιτική σκηνή της Αθήνας, ο Θεμιστοκλής. Ακολουθεί η βιογραφία των δύο μεγάλων πολιτικών αντιπάλων κατά την γέννηση της αθηναϊκής ηγεμονίας, του Θεμιστοκλή και του Αριστειδη.
Πολλοί συγγραφείς της αρχαιότητας ασχολήθηκαν εκτενώς με το φαινόμενο "Θεμιστοκλής", προσπαθώντας να ερμηνεύσουν πώς ο γιος ενός πένητα Aθηναίου κατόρθωσε να πετύχει τόσα πολλά. O Πλούταρχος της Xαιρώνειας θαυμάζει την προσαρμοστικότητα και τη δυναμικότητά του, που του επέτρεψαν με τόσο λίγα εφόδια να πετύχει τόσο μεγάλα κατορθώματα, αποδίδοντάς του μάλιστα τις συνήθεις αρετές που αποδίδονται στους μετέπειτα ηγέτες όταν ήταν νέοι: ορμητικότητα, οξεία αντίληψη και ισχυρή προδιάθεση για ανάληψη δράσης. Ο Θεμιστοκλής ανήκει σε εκείνη τη μικρή ομάδα ανθρώπων που με τις πράξεις τους καθόρισαν το μέλλον της ανθρωπότητας. Oχι άδικα, η ναυμαχία της Σαλαμίνας θεωρείται από τους περισσότερους Δυτικούς ιστορικούς ως το κομβικό σημείο στην αιώνια διαμάχη Aνατολής - Δύσης (ή, για να το πούμε με αρχαιοελληνικούς όρους, Aσίας και Eυρώπης). Aπό τον Kρήζυ έως τον Xάνσον, οι δυτικοί ιστορικοί υμνούν τη ναυμαχία της Σαλαμίνας ως εκείνη που καθόρισε ότι ο ελληνικός κόσμος, που ήταν και ο "πατέρας" του "δυτικού πολιτισμού", θα επιβίωνε της αρχαιότητας αυτοτελής, αυτοκέφαλος και ανεξάρτητος, θα αφηνόταν να δημιουργήσει το "κλασικό θαύμα" και να θέσει τις βάσεις για την επιστημονική σκέψη που θα κυριαρχούσε αιώνες μετά. Aν υποκύψουμε στις θελκτικές αυτές σειρήνες της "Δύσης" και δώσουμε στη ναυμαχία της Σαλαμίνας το βάρος που προκύπτει εξ αυτών των διαπιστώσεων, τότε ο Θεμιστοκλής του Nεοκλέος ο Aθηναίος, οι πράξεις του οποίου κυρίως έδωσαν τη νίκη στον ενωμένο ελληνικό στόλο, ανάγεται σε μία από τις πλέον επιδραστικές φυσιογνωμίες στην ιστορία της ανθρωπότητας.  Ποιος ήταν αυτός ο μεγάλος άνδρας, ο πραγματικός αρχιτέκτονας του ελληνικού θριάμβου; O Θεμιστοκλής γεννήθηκε είτε το 527 είτε το 525 π.X., γιος του Nεοκλή - ενός πολίτη για τον οποίο δεν γνωρίζουμε σχεδόν τίποτε - και μίας "βάρβαρης", αφού η μητέρα του ήταν από τη Θράκη ή την Kαρία.  O Θεμιστοκλής είναι ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά παραδείγματα ραγδαίας ανόδου, κοινωνικής και πολιτικής, που επιτρέπει ένα δημοκρατικό πολίτευμα, αφού η οικογένειά του ήταν μάλλον ασήμαντη και δεν ανήκε στην παραδοσιακή αθηναϊκή αριστοκρατία. Eξαιτίας αυτής της καταγωγής του, η μόρφωσή του δεν ήταν αυτή που λάμβαναν συνήθως οι γόνοι της αθηναϊκής άρχουσας τάξης, ωστόσο, φαίνεται ότι κατόρθωσε να μορφωθεί πέρα από τα όρια της τάξης του.  Εξαιτίας του ότι η οικογένειά του δεν ήταν αρκετά σημαντική, υπάρχει και μία έλλειψη επαρκών αναφορών για τα παιδικά και νεανικά χρόνια του. Tο πρώτο σημαντικό γεγονός στο οποίο φέρεται να έχει λάβει μέρος είναι η μάχη του Mαραθώνα, κάποιες πηγές μάλιστα τον θέλουν να είναι στρατηγός της φυλής του. Aυτό δεν επιβεβαιώνεται από άλλες πηγές και έτσι μπορεί να πρόκειται για μεταγενέστερο εφεύρημα. Kαθώς ήδη πριν από τον Mαραθώνα είχε ξεκινήσει την πολιτική του καριέρα, είναι πιθανόν να είχε υπηρετήσει ως "άρχων" λίγα χρόνια νωρίτερα. Πάντως, ακόμη δεν ήταν κεντρικό πρόσωπο της αθηναϊκής πολιτικής σκηνής. Ωστόσο, είχε επιδείξει μία προσήλωση στο μεγαλείο και μία φιλοδοξία που έφθανε στα όρια του τυχοδιωκτισμού. H πλέον χαρακτηριστική της φιλοδοξίας του μαρτυρία είναι η περίφημη φράση που φέρεται να είπε, φθονώντας τη δόξα του ηγέτη των Eλλήνων στο Mαραθώνα, του Mιλτιάδη: "Oυκ εά με καθεύδειν το του Mιλτιάδου τρόπαιον". Kαι πραγματικά ο Θεμιστοκλής δεν θα ησύχαζε, πριν πετύχει ένα κατόρθωμα ακόμη μεγαλύτερο σε αξία από το θρίαμβο του Mιλτιάδη.
Τα πρότυπα στη ζωή μας λειτουργούν ως δάσκαλοι. Ένα πρότυπο διαχρονικό και πάντα επίκαιρο σπουδαίου πολιτικού άνδρα είναι ο Αριστείδης, ο επονομαζόμενος Δίκαιος, από τις κορυφαίες πολιτικές προσωπικότητες της αρχαίας Αθήνας. Ο Αριστείδης, γιος του Λυσιμάχου, γεννήθηκε το 550 π. Χ. περίπου. Από μικρός προσχώρησε στο αριστοκρατικό κόμμα. Βασικός του πολιτικός αντίπαλος ήταν ο Θεμιστοκλής. Ως επιμελητής των δημοσίων εξόδων, αποκάλυψε οικονομικά σκάνδαλα που αφορούσαν τον Θεμιστοκλή και τους συνεργάτες του. Ο Θεμιστοκλής αντέδρασε και προσπάθησε να τον κατηγορήσει για άλλα σκάνδαλα, χωρίς όμως να το πετύχει. Ήταν ένας από τους δέκα στρατηγούς που εκλέχθηκαν, πριν από τη μάχη στον Μαραθώνα, 490 π. Χ. Όμως, επειδή έκρινε ότι ο Μιλτιάδης ήταν ο πιο ικανός, παραιτήθηκε από τη στρατηγία και έπεισε και τους υπόλοιπους να κάνουν το ίδιο υπέρ του Μιλτιάδη. Πολέμησε στην πρώτη γραμμή δίπλα στον πολιτικό του αντίπαλο Θεμιστοκλή. Οι Έλληνες με αρχηγό τον Μιλτιάδη συνέτριψαν τους Πέρσες. Μετά το τέλος της μάχης, ο Αθηναϊκός στρατός με επικεφαλής τον Μιλτιάδη έσπευσε στην Αθήνα για να την υπερασπιστεί σε περίπτωση Περσικής επίθεσης. Ο Αριστείδης ορίστηκε να παραμείνει με ένα στρατιωτικό τμήμα στο πεδίο της μάχης και να φυλάσσει τους αιχμαλώτους εχθρούς και τα λάφυρα. Η συμπεριφορά του ήταν άψογη. Δεν καταχράστηκε το παραμικρό ούτε επέτρεψε σε κανέναν οπλίτη να κλέψει κάτι. Μετά τη νίκη του Μαραθώνα, η πολιτική αντιπαράθεση Αριστείδη και Θεμιστοκλή εντάθηκε, γιατί ο Θεμιστοκλής επεδίωκε τη στροφή της Αθήνας στη θάλασσα και στο εμπόριο, ενώ ο Αριστείδης υποστήριζε ότι οι Αθηναίοι δεν έπρεπε να απομακρυνθούν από τη γη τους. ο Θεμιστοκλής κατάφερε να τον εξοστρακίσει το 483 π. Χ. στην Αίγινα. Όμως, ο Αριστείδης δεν κράτησε μνησικακία για τους συμπολίτες του ούτε για τον Θεμιστοκλή. Το 480 π. Χ. ο Ξέρξης εκστράτευσε κατά της Ελλάδας. Οι Αθηναίοι αποφάσισαν να επιτρέψουν την επιστροφή των εξόριστων. Ο Αριστείδης επέστρεψε και στήριξε την πολιτική του αντιπάλου του Θεμιστοκλή και του έδωσε πολύτιμες πληροφορίες και συμβουλές, λίγο πριν από τη ναυμαχία της Σαλαμίνας. Πολέμησε κι εδώ γενναία και συνέβαλε τα μέγιστα στη νίκη των Ελλήνων. Επίσης, συνέβαλε τα μέγιστα στη νίκη των Ελλήνων εναντίον των Περσών, στις Πλαταιές, το 479 π. Χ., καταφέρνοντας να συμβιβάσει τις πολλές ενδοελληνικές φιλονικίες, πριν από τη μάχη. Οι Ελληνικές πόλεις, μετά την εκδίωξη των Περσών, συσπειρώθηκαν γύρω από την Αθήνα. Οι περισσότερες από αυτές έδιναν χρήματα. Ο Αριστείδης καθόρισε με αμεροληψία και αντικειμενικότητα το ύψος των εισφορών κάθε πόλης, κερδίζοντας την εκτίμηση όλων. Στάθηκε επιεικής και μεγαλόψυχος απέναντι στον Θεμιστοκλή, όταν ο Θεμιστοκλής έπεσε στη δυσμένεια του δήμου και εξοστρακίστηκε. Δεν χάρηκε ποτέ για την κακοτυχία του πολιτικού του αντιπάλου. Ο Αριστείδης, τοποθέτησε το συμφέρον της πατρίδας του πάνω από οποιαδήποτε προσωπική του σκοπιμότητα. Παρέμεινε πάμπτωχος ως το τέλος της ζωής του, παρά τα υψηλότατα δημόσια αξιώματα που ανέλαβε και τα μεγάλα χρηματικά ποσά που διαχειρίστηκε. Πέθανε, στην Αθήνα το 467 π. Χ., σε ηλικία 73 ετών, τιμώμενος από τους συμπολίτες του. Η κηδεία του έγινε δημοσία δαπάνη, οι θυγατέρες του προικίστηκαν με δαπάνες του δημοσίου, ενώ ο γιος του Λυσίμαχος έλαβε από την πολιτεία ένα χρηματικό ποσό και δημόσια γη για να καλλιεργήσει.
Πηγή : http://www.tetraktys.org/genika/mid%20atheniandemo06.htm
http://www.fhw.gr/chronos/05/gr/politics/211ath_alliance.html
https://magnesianews.gr/arthra/αριστείδης-ο-δίκαιος-ένα-αρχαίο-πρότυ.html
http://www.militaryhistory.gr/articles/view/172
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Αρχαία_Αθήνα

Τρίτη, 6 Φεβρουαρίου 2018

Βυζαντινή Κωνσταντινούπολη : Η χιλιοχρονη πρωτεύουσα του μεσαιωνικού ελληνισμού και κιβωτός του παγκόσμιου πολιτισμού

Όταν η Ρώμη έπαψε να είναι δημοκρατία, οι αυτοκράτορες συχνά θέλησαν να μεταφέρουν την πρωτεύουσά τους από τη Δημοκρατική Ρώμη στην Ανατολή. Ο Ιούλιος Καίσαρ ήθελε να μεταφέρει τη Ρώμη στην Αλεξάνδρεια ή το Ίλιον (Τροία). Τους πρώτους αιώνες μ.Χ. οι αυτοκράτορες συχνά άφηναν τη Ρώμη για μεγάλα χρονικά διαστήματα, στη διάρκεια των στρατιωτικών τους επιχειρήσεων ή των περιοδειών τους στην αυτοκρατορία. Η Ανατολή έλκυε συνεχώς τους αυτοκράτορες. Όταν ο Κωνσταντίνος αποφάσισε να κάνει μια νέα πρωτεύουσα, δε διάλεξε αμέσως το Βυζάντιο. Η προσοχή του στράφηκε κυρίως στην Τροία, την πόλη του Αινεία, είχε έλθει στην Ιταλία για να θεμελιώσει τη ρωμαϊκή πολιτεία. Ο αυτοκράτορας πήγε προσωπικά στο μέρος αυτό και ρύθμισε τα όρια της μελλοντικής πόλης. Είχαν κατασκευαστεί οι πύλες όταν κάποιο βράδυ, παρουσιάστηκε ο Θεός στον Κωνσταντίνο προτρέποντάς τον να διαλέξει μια άλλη τοποθεσία για την πρωτεύουσά του. Μετά από αυτό ο Κωνσταντίνος διάλεξε τελικά το Βυζάντιο. Το Βυζάντιο ήταν την εποχή εκείνη ένα απλό χωριό. Το 324 μ.Χ. ο Κωνσταντίνος αποφάσισε να κάνει μια νέα πρωτεύουσα και το 325 είχε αρχίσει η κατασκευή των βασικών κτιρίων. Οι χριστιανικοί θρύλοι αναφέρουν ότι καθώς ο αυτοκράτορας με ένα ακόντιο στο χέρι χάραζε τα σύνορα της πόλης, οι αυλικοί του, κάτω από τη δυνατή εντύπωση που τους προκαλούσε η έκταση της μελλοντικής πολιτείας, τον ρώτησαν: «Κύριέ μας, πόσο θα προχωρήσεις ακόμα;». Και εκείνος απάντησε: «Θα προχωρήσω μέχρις ότου σταματήσει αυτός που προχωρά μπροστά μου». Αυτό σημαίνει ότι κάποια Θεία δύναμη οδηγούσε τον Κωνσταντίνο. Εργάτες και υλικά για την οικοδόμηση μαζεύτηκαν από παντού, ενώ πολλά ειδωλολατρικά μνημεία της Ρώμης, των Αθηνών, της Αλεξάνδρειας, της Εφέσου και της Αντιόχειας, χρησιμοποιήθηκαν για τη διακόσμηση της πόλης. Πολλές εμπορικές και οικονομικές ευκολίες δόθηκαν στη νέα πρωτεύουσα. Την άνοιξη του 330 μ.Χ. η εργασία είχε τόσο πολύ προχωρήσει, ώστε ο Κωνσταντίνος μπόρεσε να εγκαινιάσει επίσημα τη νέα πρωτεύουσα. Τα εγκαίνια έγιναν στις 11 Μαΐου του 330, και οι σχετικές γιορτές κράτησαν 40 μέρες. Το χρόνο αυτόν η χριστιανική Κωνσταντινούπολη νίκησε το ειδωλολατρικό Βυζάντιο. Η έκτασή της ήταν μεγαλύτερη από το Βυζάντιο. Οι κάτοικοι θα ήταν περισσότεροι από 200.000. Για την άμυνα εναντίον των εχθρών, στην ξηρά, ο Κωνσταντίνος είχε κτίσει ένα τείχος που άρχιζε από τον Κεράτιο κόλπο για να τελειώσει στην Προποντίδα. Αργότερα, το παλαιό Βυζάντιο έγινε η πρωτεύουσα μιας παγκόσμιας αυτοκρατορίας και ονομάστηκε «Πόλη του Κωνσταντίνου, Κωνσταντινούπολη», ή ακόμα πιο απλά «Πόλη». Η νέα πρωτεύουσα υιοθέτησε το σύστημα της Ρώμης και διαιρέθηκε σε 14 περιοχές, από τις οποίες οι δύο ήταν έξω από τα τείχη της πόλης. Η Εκκλησία της Αγίας Ειρήνης, ξανακτίστηκε την εποχή του Ιουστινιανού και του Λέοντα Γ', έχει την προέλευσή της στην εποχή του Κωνσταντίνου και διατηρείται ακόμα. Η φημισμένη μικρή οφιοειδής στήλη των Δελφών (5ος αιώνας π.Χ.), που είχε ανεγερθεί σε ανάμνηση της μάχης των Πλαταιών και μεταφέρθηκε από τον Κωνσταντίνο στη νέα πρωτεύουσα - στον Ιππόδρομο - υπάρχει ακόμα, αν και είναι κάπως κατεστραμμένη. Ο Κωνσταντίνος, με τη μεγαλοφυΐα του, εκτίμησε όλες τις οικονομικές, πολιτικές και εκπολιτιστικές δυνατότητες της πόλης. Πολιτικά η Κωνσταντινούπολη, η «Νέα Ρώμη», είχε εξαιρετικές δυνατότητες αντίστασης κατά των εξωτερικών εχθρών, διότι, ενώ ήταν απρόσιτη από τη θάλασσα, από την ξηρά προστατευόταν με τείχη. Οικονομικά είχε κάτω από τον έλεγχό της όλο το εμπόριο της Μαύρης Θάλασσας με το Αιγαίο και τη Μεσόγειο, πράγμα που την έκανε εμπορικό μεσολαβητή ανάμεσα στην Ευρώπη και την Ασία. Η Κωνσταντινούπολη είχε την εξαιρετική δυνατότητα να βρίσκεται κοντά στο πιο αξιόλογα κέντρα του ελληνικού πολιτισμού, τα οποία κάτω από την επίδραση του Χριστιανισμού συνετέλεσαν στη δημιουργία ενός νέου πολιτισμού: του χριστιανο-ελληνο-ρωμαϊκού ή «Βυζαντινού» πολιτισμού. Μεταφέροντας όμως τη διεθνή πρωτεύουσα στην Κωνσταντινούπολη, ο Κωνσταντίνος έσωσε τον αρχαίο πολιτισμό και δημιούργησε ένα αξιόλογο κέντρο για τη διάδοση του Χριστιανισμού». Σημαντική επέκταση της πόλης δρομολογήθηκε επί της αυτοκρατορίας του Θεοδόσιου Β' (408-450) λογω της απειλής των Ούννων του Αττιλα, και υπό την επίβλεψη του επάρχου των πραιτωρίων της Ανατολής Ανθέμιου, ο οποίος καθ' υπερβολή μπορεί να χαρακτηριστεί και δεύτερος ιδρυτής της Κωνσταντινούπολης. Το δυτικό τμήμα της πρωτεύουσας προωθήθηκε σε απόσταση ενός ρωμαϊκού μιλίου, ενώ συνολικά η εντός των τειχών έκτασή της διπλασιάστηκε. Η ασφάλειά της ενισχύθηκε με μεσοπύργια που χτίστηκαν κατά μήκος των θαλάσσιων μετώπων, ενώ παράλληλα υιοθετήθηκε ένα καινοτόμο σχέδιο για τα χερσαία τείχη, γνωστά σήμερα ως Θεοδοσιανά. Απόρθητα για χίλια χρόνια.
Κατά την αυτοκρατορία του Ιουστινιανού Α' (527-565), η μεσαιωνική Κωνσταντινούπολη έφθασε στη μεγαλύτερη ακμή της, με πληθυσμό που έφτανε περίπου τους 500.000 κατοίκους. Σε αυτή την περίοδο επιχειρήθηκε μια νέα αναδιοργάνωση του αστικού τοπίου της πρωτεύουσας, με δεδομένες τις εκτεταμένες καταστροφές που επέφεραν η πυρκαϊά του 532 και τα γεγονότα της στάσης του Νίκα. Στο νέο πολεοδομικό πρόγραμμα περιλαμβάνονταν ο προσδιορισμός ξανά των θέσεων και των έργων που παρουσίαζαν το πρόσωπο της εξουσίας και η αποτύπωση αρχιτεκτονικών χαρακτηριστικών που αναδείκνυαν την πόλη ως χριστιανική πρωτεύουσα της οικουμένης. Ξεχωριστή συνεισφορά του Ιουστινιανού A' υπήρξε η ανέγερση αρκετών μοναστηριών και εκκλησιών, με πιο επιβλητική εκείνη της Αγίας Σοφίας. Αγία Σοφία είναι το πρώτο κτίσμα που χτυπάει στα μάτια του επισκέπτη, καθώς εισέρχεται από την Προποντίδα. Το ξεχωριστό αυτό σημείο είχαν επιλέξει για να χτίσουν τους ναούς τους, αιώνες πριν από τους Βυζαντινούς, οι ειδωλολάτρες. Ο πρώτος ναός της Αγίας Σοφίας θεμελιώθηκε από τον Μεγάλο Κωνσταντίνο το 330 μ.Χ. όταν ονόμασε τη μετέπειτα Κωνσταντινούπολη πρωτεύουσα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. ο ναός θα πυρποληθεί και πάλι το 532, κατά τη Στάση του Νίκα. Έτσι, ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός Α' αποφασίζει να κατασκευάσει την εκκλησία από την αρχή, στον ίδιο χώρο, αλλά πολύ πιο επιβλητική, για να δεσπόζει στη Βασιλεύουσα. Τα θεμέλια αυτού του μεγαλοπρεπή ναού θα μπουν στις 23 Φεβρουαρίου του 532, με σχέδια που εκπόνησαν οι αρχιτέκτονες Ανθέμιος Τραλλιανός και Ισίδωρο ο Μιλήσιος. Για την ολοκλήρωση του κολοσσιαίου έργου δούλεψαν αδιάκοπα επί έξι χρόνια 10.000 τεχνίτες, ενώ ξοδεύτηκαν 320.000 λίρες (120.000.000 ευρώ). Από κάθε σημείο όπου υπήρχε Ελληνισμός, έγινε προσφορά: Τα πράσινα μάρμαρα από τη Μάνη και την Κάρυστο, τα τριανταφυλλιά από τη Φρυγία και τα κόκκινα από την Αίγυπτο. Από τον υπόλοιπο κόσμο προσφέρθηκαν τα πολύτιμα πετράδια, ο χρυσός, το ασήμι και το ελεφαντόδοντο, για τη διακόσμηση του εσωτερικού. Τα εγκαίνια έγιναν στις 27 Δεκεμβρίου του 537 από τον Ιουστινιανό, ο οποίος βλέποντας την υπεροχή της Αγίας Σοφίας έναντι του ξακουστού ναού του Σολομώντα, αναφωνεί: «Δόξα των Θεώ το καταξιωσάντι με τελέσαι τοιούτον έργον. Νενίκηκά σε Σολομών». Το 542 στην πόλη εξαπλώθηκε η νόσος της πανώλης που, όπως λέγεται, προκάλεσε τον θάνατο των 3/5 του πληθυσμού και σηματοδότησε μια περίοδο παρακμής της Κωνσταντινούπολης. Αλλά τελικά ανακαμψε.
Στις 12 Απριλίου 1204, έπειτα από μια πεισματική και μακρόχρονη πολιορκία, κατελάμβαναν οι Φραγκολατίνοι Σταυροφόροι την Κωνσταντινούπολη. Η χριστιανική Αυτοκρατορία της Ρωμανίας/Βυζαντίου έσβηνε κάτω από το θανάσιμο πλήγμα της φραγκικής Δύσεως. Ο στόλος των Βενετών και Σταυροφόρων έφθασε προ των τειχών της Κωνσταντινούπολης στις 23 Ιουνίου του 1203. Οι νεοφερμένοι έμειναν κατάπληκτοι από όσα έβλεπαν τα μάτια τους: «Δεν μπορούσαν να φαντασθούν ότι υπήρχε στον κόσμο τόσο οχυρή πόλη. Είδαν τα υψηλά τείχη, τους ισχυρούς πύργους, τα θαυμαστά παλάτια, τις μεγάλες εκκλησίες, που ήταν τόσες πολλές ώστε κανείς δεν θα το πίστευε αν δεν τις έβλεπε με τα μάτια του. Το μήκος της, το πλάτος της, έδειχναν πως ήταν βασιλεύουσα». Με τα λόγια αυτά περιγράφει τις πρώτες του εντυπώσεις ο ιστορικός και εκ των ηγετών της Σταυροφορίας Γοδεφρείδος Βιλλεαρδουίνος. Στη συνέχεια, άρχισε η λεηλασία της πόλης. Το αυτοκρατορικό θησαυροφυλάκιο και ο ναύσταθμος τέθηκαν υπό φρούρηση, αλλά, με εξαίρεση αυτά τα δύο, οι στρατιώτες και οι ναύτες είχαν δικαίωμα να λαφυραγωγήσουν ό,τι ήθελαν χωρίς διάκριση. Ποτέ στην Ευρώπη δεν είχε πραγματοποιηθεί μια τόσο συστηματική και ανελέητη λεηλασία. Ποτέ ο στρατός ενός χριστιανικού κράτους δεν είχε λεηλατήσει μια πόλη με τόσο βάρβαρο τρόπο. Ποτέ από τη δημιουργία του κόσμου», γράφει ο μαρεσάλος, «δεν υπήρξαν τόσα πολλά λάφυρα σε μια πόλη. Καθένας πήρε το σπίτι που του άρεσε και υπήρχαν αρκετά για όλους. Εκείνοι που ήταν φτωχοί, βρέθηκαν ξαφνικά να είναι πλούσιοι. Κατελήφθησαν τεράστιες ποσότητες χρυσού και αργύρου, επίχρυσων σκευών και πολύτιμων λίθων, μεταξωτών και σατέν, γουναρικών και κάθε είδους πλούτου που βρίσκεται επί της γης». Οι Άγιες Τράπεζες της Αγίας Σοφίας, που τις θαύμαζε όλη η οικουμένη, τεμαχίστηκαν, προκειμένου να προσποριστούν οι Σταυροφόροι τα πολύτιμα υλικά τους. Άλογα και μουλάρια οδηγήθηκαν στο ναό για να μεταφέρουν τα φορτία των ιερών σκευών, των χρυσών και αργυρών πλακών του θρόνου, των αμβώνων και των θυρών και των όμορφων διακοσμήσεών του. Οι στρατιώτες βεβήλωσαν το μέγιστο ναό της Χριστιανοσύνης.
Ή λεηλασία του ίδιου ναού το 1453 εκ μέρους του Μωάμεθ Β', δεν ήταν τόσο εκτεταμένη όσο εκείνη εκ μέρους των Σταυροφόρων το 1204. Η λεηλασία της πόλης συνεχίστηκε επί τρεις ημέρες μετά από την άλωσή της. Οι ηγέτες του Φραγκικού στρατού εξέδωσαν, πιθανώς την τρίτη ημέρα, μια διαταγή για την προστασία των γυναικών. Τρεις επίσκοποι είχαν εξαγγείλει τον αφορισμό όλων όσοι θα λεηλατούσαν κάποιο ναό ή μοναστήρι. Ωστόσο, πέρασαν πολλές ημέρες ώσπου να καταστεί δυνατό να επανέλθει ο στρατός στην προηγούμενη πειθαρχία του.
Ή Κωνσταντινούπολη ήταν η μεγάλη παρακαταθήκη έργων τέχνης και χριστιανικών λειψάνων, με τα τελευταία να είναι τοποθετημένα σε θήκες, με όλη την επιδεξιότητα που ο πλούτος μπορούσε να αγοράσει και η τέχνη να προσφέρει. Η τελευταία, είχε έναντι της Ρώμης το μεγάλο πλεονέκτημα του ότι δεν είχε ποτέ λεηλατηθεί από ορδές βαρβάρων. Οι δρόμοι και οι δημόσιοι χώροι της διακοσμούνταν επί αιώνες με ορειχάλκινα ή μαρμάρινα αγάλματα. Οι αυτοκράτορες είχαν ταφεί στον περίβολο του ναού των Αγίων Αποστόλων, μια θέση που επέλεξε μετέπειτα ο Μωάμεθ Β' για να ανεγείρει το τέμενος που φέρει το όνομά του. Οι τάφοι, με πρώτο εκείνον του Ιουστινιανού, λεηλατήθηκαν σε αναζήτηση θησαυρών. Μόνο αφού λεηλάτησαν τα ανάκτορα των ευγενών, τους ναούς και τους τάφους, οι ευσεβείς ληστές έστρεψαν την προσοχή τους στα αγάλματα. Η λεηλασία των ιερών λειψάνων της Κωνσταντινούπολης διήρκεσε σαράντα χρόνια. Ωστόσο, περισσότερα από τα μισά αντικείμενα που αρπάχτηκαν, μεταφέρθηκαν στη Δύση μεταξύ των ετών 1204 και 1208. Στη διάρκεια των πρώτων ημερών μετά την άλωση της πόλης, οι επίσκοποι και οι ιερείς που συνόδευαν τους Σταυροφόρους έσπευσαν να οικειοποιηθούν αυτά τα ιερά λάφυρα.
Η περίοδος της εφήμερης εγκατάστασης της Λατινικής Αυτοκρατορίας (1204-61) χαρακτηρίζεται ως η πλέον καταστροφική στην ιστορία της Κωνσταντινούπολης και ειδικότερα η λεηλασία της πόλης ως άνευ προηγουμένου. Ενδεικτικές πληροφορίες για τις εκτεταμένες καταστροφές, πυρπολήσεις και λεηλασίες ναών, ανακτόρων, μνημείων και κεντρικών συνοικιών. Το 1261, η Κωνσταντινούπολη επανακτήθηκε από τον Μιχαήλ Η' Παλαιολόγο (1259-82) και τις επόμενες δεκαετίες επιχειρήθηκε ένα νέο πρόγραμμα ανοικοδόμησης, σηματοδοτώντας μια στροφή στη διαμόρφωση του αστικού τοπίου. Προωθήθηκαν ειδικά μέτρα για την επιστροφή του πληθυσμού από τα προάστια και εν γένει υποστηρικτικές δράσεις για την αποκατάσταση της εικόνας της πόλης. Προωθήθηκαν επίσης αμυντικά έργα, τα οποία κρίνονταν απαραίτητα, με δεδομένη την πολύ κακή κατάσταση στην οποία περιήλθαν τα τείχη της πόλης, ως αποτέλεσμα της έλλειψης φροντίδας κατά τα προηγούμενα έτη. Παρά την οικοδόμηση που πραγματοποιήθηκε στα τέλη του 13ου αιώνα και στις αρχές του 14ου, η Κωνσταντινούπολη παρέμενε παρηκμασμένη, γεμάτη ερείπια και μεγάλες ερημωμένες εκτάσεις. Το τμήμα της θαλάσσιας ακτής ήταν το πιο πυκνοκατοικημένο.
Για χίλια και πλέον χρόνια (537-1453), η Αγία Σοφία θα αποτελέσει το κέντρο της ορθοδοξίας και του ελληνισμού. Εκεί, ο λαός θα γιορτάσει τους θριάμβους, θα θρηνήσει τις συμφορές και θα αποθεώσει τους νέους αυτοκράτορες. Η τελευταία λειτουργία τελέστηκε στις 29 Μαΐου του 1453. Ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Παλαιολόγος ΙΑ' Δραγάτης, αφού προσευχήθηκε μαζί με το λαό και ζήτησε συγνώμη για λάθη που πιθανόν έκανε, έφυγε για τα τείχη, όπου έπεσε μαχόμενος. Ή Άλωση της Κωνσταντινούπολης υπήρξε το αποτέλεσμα της πολιορκίας της βυζαντινής πρωτεύουσας, της οποίας Αυτοκράτορας ήταν ο Κωνσταντίνος ΙΑ' Παλαιολόγος, από τον οθωμανικό στρατό, με επικεφαλής τον σουλτάνο Μωάμεθ Β'. Η πολιορκία διήρκεσε από τις 6 Απριλίου έως την Τρίτη, 29 Μαΐου 1453. Σήμανε και το τέλος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Οι Τούρκοι όρμησαν μέσα στην πόλη, αρχίζοντας μαζικές λεηλασίες. Ένα μεγάλο πλήθος πολιτών κατέφυγε στην Αγία Σοφία, ελπίζοντας να βρει εκεί ασφάλεια. Αλλά οι Τούρκοι διέρρηξαν την κεντρική πύλη και όρμησαν μέσα στην εκκλησία όπου έσφαξαν το πλήθος. Την επόμενη, ο Σουλτάνος εισήλθε επίσημα στην πόλη και πήγε στην Αγία Σοφία, όπου και προσευχήθηκε. Κατόπιν ο Πορθητής εγκαταστάθηκε στα αυτοκρατορικά ανάκτορα των Βλαχερνών. Δόθηκε διαταγή για τριήμερη λεηλασία της πόλης. Ο σουλτάνος επιφύλαξε για τον εαυτό του τα οικοδομήματα και τα τείχη της πόλης, αφήνοντας τα υπόλοιπα αγαθά, τους αιχμαλώτους και τα λάφυρα στη διάθεση των στρατευμάτων. Ο άμαχος πληθυσμός της Κωνσταντινούπολης θανατωνόταν χωρίς διάκριση. Οι εκκλησίες με επικεφαλής την Αγία Σοφία, καθώς και τα μοναστήρια με όλο τους τον πλούτο λεηλατήθηκαν και βεβηλώθηκαν, ενώ οι ιδιωτικές περιουσίες έγιναν αντικείμενο αρπαγής και λαφυραγωγίας. Κατά τη διάρκεια αυτών των ημερών χάθηκαν αναρίθμητοι πολιτιστικοί θησαυροί. Πολύτιμα βιβλία κάηκαν, κομματιάστηκαν ή πουλήθηκαν σε εξευτελιστικές τιμές.Δεν υπήρξε στοιχειώδης οίκτος κατά τις λεηλασίες και η πόλη ερημώθηκε ολοσχερώς.
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΣ : ΙΣΙΔΩΡΟΣ ΣΚΛΗΡΟΣ ΠΤΥΧΙΟΥΧΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΟΛΟΓΟΣ, ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΕΡΕΥΝΗΤΗΣ Email: greek.history.and.prehistory99@gmail.com
http://byzantin-history.blogspot.gr/2009/09/blog-post_29.html
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Κωνσταντινούπολη
https://www.sansimera.gr/articles/48
http://www.myriobiblos.gr/afieromata/1204/edwin_pears_gr.html
http://www.onalert.gr/stories/1204_h_losh_poy_gonatise_thn_Byzantinh_aytokratoriaH_Polh_epese_stoys_stayroforoys_sxedon_amaxhti_/4846
http://www.elkosmos.gr/i-alosi-tis-polis-to-1204-apo-tous-fragkous/
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Άλωση_της_Κωνσταντινούπολης_(1453)